Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Κάθε φορά που περνούσε, εκεί γύρω στα μέσα του Απρίλη, από τον ταλαιπωρημένο ασφαλτοστρωμένο δρόμο, οι πασχαλιές στον συρμάτινο φράχτη ήταν ανθισμένες. Τα μικρά, κομψά ιώδη ανθάκια τους, δεμένα σε πυραμιδωτές ταξιανθίες, ευωδίαζαν τόσο που μπορούσε να τα μυρίσει ακόμα και στο εσωτερικό του αυτοκινήτου: ο δρόμος, γεμάτος πέτρες και λακκούβες, δεν επέτρεπε ταχύτητα, ούτε τολμηρή οδήγηση.

Της άρεσαν οι πασχαλιές που ζούσαν στους παλιούς κήπους. Αυτή η απέριττη ομορφιά τους, με τον «λαιμό» του λουλουδιού να ανεβαίνει για να ανοίξει σαν σταυρός σε τέσσερα τέλεια ωοειδή πέταλα με σκληρό περίγραμμα, η χρωματική αρμονία που γεννά το βαθύ πράσινο των φύλλων και το μοβ των λουλουδιών. «Πρέπει να τα ζωγραφίσω», έλεγε κάθε φορά δυνατά, σαν να υπήρχε κι άλλος στο αυτοκίνητο –αν την άκουγαν, πάντως, δεν θα το φώναζε.

Ποτέ δεν μαρτυρούσε τα σχέδιά της, ειδικά όταν επρόκειτο για ζωγραφική. Eπαιρνε τον καμβά, τα χρώματα και τα πινέλα για να λυτρώνεται, ώρες που είχε εσωτερική γαλήνη –πολύ σπάνιες πια– και σε κάθε γραμμή, σε κάθε πινελιά, άφηνε ένα κομματάκι σκέψης, μια σταγόνα μνήμης, μια ιδέα θυμικού.

Eψαχνε στο δρομάκι ένα σημείο για να σταθεί, να σχεδιάσει εκ του φυσικού και μετά να βάλει χρώμα. Εξαιρετικά δύσκολο αυτό, σχεδόν αδύνατο. Υστερα, πού χρόνος να το προγραμματίσει… Υπήρχαν και πρακτικές δυσκολίες: ο δρόμος ήταν στενός, χωρίς πεζοδρόμιο, περνούσαν αυτοκίνητα και φορτηγά και από τις δύο κατευθύνσεις σύρριζα στους φράχτες. Δεν ήξερε και τους ιδιοκτήτες του σπιτιού, δεν τους είχε δει ποτέ. Αλλά ακόμη κι αν τους έβλεπε, θα ντρεπόταν να τους ζητήσει να μπει στον κήπο τους να ζωγραφίσει. Τελευταία, μάλιστα, πολλή φασαρία γινόταν από τις γύρω οικοδομές. Η γειτονιά γέμιζε μεζονέτες.

Την τρίτη ή τέταρτη χρονιά, αποφάσισε πως έπρεπε να τις φωτογραφίσει. Θα μπορούσε να τις ζωγραφίσει ακόμη και μες στη βαρυχειμωνιά, με την ησυχία της, στο στενό δωματιάκι όπου είχε βάλει το τραπέζι, το καβαλέτο και τα χρώματα. Ούτε αυτοκίνητα ούτε θόρυβος. Είχε και καλό φως το πρωί –σχεδόν ιδανικές οι συνθήκες. Ωραία ιδέα…

Πέρασε μια, δυο, τρεις φορές· πότε βιαστική, πότε σκοτισμένη, τη φωτογραφική μηχανή ξεχνούσε να τη βάλει στην τσάντα. Στο τέλος ήρθε ο Μάης και τα λουλούδια έπεσαν.

Την επόμενη χρονιά, έβαλε τη μηχανή στην τσάντα της από αρχές Μαρτίου. «Δεν θα μου ξεφύγουν φέτος», αποφάσισε. «Με το που θα ανθίσει ο φράχτης, θα κλέψω τις εικόνες τους –κι αν δεν με δει κανείς, θα κόψω κι ένα μπουκετάκι για το σπίτι». Χάρηκε, σχεδόν ενθουσιάστηκε.

Το Πάσχα ήρθε λίγο νωρίς και έκανε ακόμα κρύο. Την πρώτη φορά που πέρασε από το στενό έβρεχε, δεν είχε ανοίξει το παράθυρο, βιαζόταν πολύ και δεν θυμήθηκε ούτε να τις κοιτάξει. Τη δεύτερη, δεν είδε τίποτα. «Δεν έχουν ανθίσει ακόμα», σκέφτηκε. Την τρίτη φορά, Μεγάλη Εβδομάδα, σταμάτησε. Κάτι συνέβαινε. Ο φράχτης και τα φυτά έλειπαν. Η παλιά μονοκατοικία ήταν άδεια, χωρίς πόρτα και παράθυρα, ο κήπος είχε αδειάσει από γλάστρες και λουλούδια και μια ξύλινη ταμπέλα γραμμένη με κόκκινη λαδομπογιά ήταν καρφωμένη στο μοναδικό πεύκο της αυλής: Αρ. αδείας 4325/2011.

Εμεινε λίγο εκεί, με τη μηχανή του αυτοκινήτου αναμμένη. Κοίταξε το έδαφος: ούτε σημάδι από τα ξεριζωμένα φυτά δεν υπήρχε στο πατημένο χώμα. Μόνο χαρακιές από βαριά λάστιχα. Αφησε έναν αναστεναγμό –μπορεί να ήταν και λυγμός. Ενα φορτηγό πίσω της κόρναρε με εκκωφαντική βία. Το κοίταξε. Στο καπό έγραφε «ΥΛΙΚΑ ΟΙΚΟΔΟΜΩΝ».