Μια βδομάδα μετά τη συνάντηση Τσίπρα με Πούτιν, εδώ στα… ξένα (του Πηλίου) που βρίσκομαι, κάπως αποκομμένος από τα ΜΜΕ, νομίζω πως τα ελληνικά κόμματα αντέδρασαν στο γεγονός, με επιφυλάξεις μεν, αλλά μάλλον θετικά. Πλην ίσως του μονίμως βιαστικού και ευερέθιστου εκπροσώπου Τύπου της Ν.Δ., Κώστα Καραγκούνη, που έσπευσε να μιλήσει για «άδειο καλάθι του πρωθυπουργού» στα θέματα: ελληνικά αγροτικά προϊόντα μετά το εμπάργκο της Μόσχας στα ευρωπαϊκά προϊόντα εξαιτίας του ουκρανικού ζητήματος, μείωση τιμών φυσικού αερίου και οικονομική εκκρεμότητα ΔΕΠΑ με Gazprom. Τώρα, πότε πρόφτασε ο κ. Καραγκούνης να δει το άδειο καλάθι, αυτό μόνο ο ίδιος με την… οξυμένη πολιτική του διορατικότητα μπορεί να εξηγήσει.
Ποτάμι, πάντως, ΠΑΣΟΚ και το συγκυβερνών ΑΝ.ΕΛΛ. αντέδρασαν, εν πολλοίς, θετικά (παρά τις επιφυλάξεις∙ ορισμένες εύλογες), με το ΠΑΣΟΚ ιδιαίτερα να υπογραμμίζει ότι πρόκειται για «σταθερή επιλογή της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής» («Εφ.Συν.» 9/4), κάτι που βέβαια είναι σωστό∙ όμως το πώς εκφράζεται κάθε φορά αυτή η «σταθερή επιλογή» έχει, πιστεύω, σημασία. Γιατί υπήρξαν ελληνικές διπλωματικές αντιπροσωπείες στη Μόσχα, ακόμα και επί υπουργίας Εξωτερικών (διότι… το πιάσαμε το υπονοούμενο) Ευ. Βενιζέλου, που… έλαμψαν απούσες.
Αρνητική ήταν μόνο η αντίδραση του (φαινόμενου!) ΚΚΕ. Το οποίο, όπως κάθε φορά, μίλησε για «τη χώρα στη δίνη των ενδοϊμπεριαλιστικών ανταγωνισμών» με τη βεβαιότητα πως «ο λαός θα είναι και πάλι ο ζημιωμένος». Γι’ αυτό και το αποκαλώ «φαινόμενο». Διότι μετέχει στις εθνικές συζητήσεις, χωρίς να… μετέχει.
Τέλος πάντων το ζήτημα των σχέσεων Ελλάδας – Ρωσίας έχει μακρά ιστορία, πριν ακόμα και από τον Ξεσηκωμό του ’21, συνυφασμένη με ιστορικές αλήθειες, ψεύδη και μύθους. Το θέμα είναι πως η τωρινή, μία ακόμα, «επανεκκίνηση» στις διμερείς σχέσεις βρίσκει την Ελλάδα μέλος μιας μεγάλης «οικογένειας» χωρών, κάτι που δεν πρέπει να διαφεύγει από κανέναν!
