Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

«Αν θέλετε τα εργασιακά, δώστε μας τον ΦΠΑ». Αυτή η φράση ειπώθηκε από αξιωματούχο του ΔΝΤ σε Ελληνα υπουργό, κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων στο κορυφαίο επίπεδο εκπροσώπησης. Η εν λόγω φράση ήρθε έπειτα από μια στιχομυθία στο περιθώριο του τελευταίου Γιούρογκρουπ, κατά την οποία οι δυο πλευρές συζητούσαν για το αναγκαίο ύψος, στο οποίο πρέπει να φτάσει ο ΦΠΑ, με την ελληνική κυβέρνηση να προτείνει 15% και 6% και το ΔΝΤ να επιμένει ότι πρέπει να καθιερωθεί ενιαίος ΦΠΑ ύψους 23%.

Η ελληνική πλευρά παρουσίασε τότε στοιχεία βάσει των οποίων φαινόταν ότι η περαιτέρω αύξηση του ΦΠΑ θα οδηγήσει σε ακόμα μεγαλύτερη μείωση της κατανάλωσης, με αντίστοιχες επιπτώσεις στην εισπραξιμότητά του.

Το ΔΝΤ όμως ήταν αμετακίνητο, ισχυριζόμενο ότι υπάρχει ευθεία αναλογία ανάμεσα στα δύο μεγέθη και πως αν αυξηθεί ο ΦΠΑ θα αυξηθούν ανάλογα και τα έσοδα του κράτους.

Αδηφάγος τακτική

Από αυτή τη συνομιλία γίνεται προφανές ότι η ελληνική κυβέρνηση έχει να αντιμετωπίσει μια «αδηφάγα» τακτική των θεσμών, οι οποίοι σε κάθε υποχώρηση που κάνει η ελληνική πλευρά ζητούν ακόμα περισσότερες. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο το γεγονός ότι η «πρόοδος» που έχει σημειωθεί μέχρι τώρα οφείλεται στην υποχωρητικότητα της Αθήνας. Παρά το γεγονός ότι η «ελληνική κυβέρνηση έχει διανύσει το 70% της απόστασης», γεγονός που έχει παραδεχτεί και ο ίδιος ο Αλέξης Τσίπρας, η πλευρά των θεσμών δεν έχει κάνει ούτε βήμα προσέγγισης, «ζητώντας σε αρκετές περιπτώσεις μέτρα πιο επώδυνα και από αυτά που ζητούσαν από την κυβέρνηση Σαμαρά», όπως έλεγε πρόσφατα κορυφαίο κυβερνητικό στέλεχος.

Στο Μαξίμου επικρατεί προβληματισμός για την κατάσταση, στην οποία έχουν περιέλθει οι διαπραγματεύσεις, καθώς η τακτική των θεσμών δημιουργεί συνθήκες για «ακραία» σενάρια. Αφενός οι θεσμοί ζητούν όλο και περισσότερα πράγματα και αφετέρου δεν παρέχουν την παραμικρή δέσμευση για το ποιο θα είναι το οικονομικό αντίκρισμα από την επίτευξη συμφωνίας. Θα δοθεί από την ΕΚΤ το 1,9 δισ. ευρώ από τη διακράτηση ομολόγων, που η καταβολή του εκκρεμεί από τον Νοέμβριο του 2012; Θα δοθεί η εκκρεμούσα δόση των 7,2 δισ. ή τουλάχιστον ένα μέρος της; Επ΄ αυτών δεν υπάρχει καμία διαβεβαίωση από τους θεσμούς δυσχεραίνοντας το τοπίο στο οποίο καλείται να κινηθεί.

Ο συγκεκριμένος προβληματισμός δεν περιορίζεται στο πρωθυπουργικό επιτελείο, αλλά διαπερνά το σύνολο της κυβέρνησης. Χαρακτηριστική ήταν η δήλωση του Παναγιώτη Λαφαζάνη στο συνέδριο του Economist, σημειώνοντας ότι «οι ευρωενωσιακές αδιαλλαξίες είναι που προκαλούν τα αδιέξοδα στις διαπραγματεύσεις και όχι οι δήθεν αναχρονιστικές εμμονές της χώρας μας» προσθέτοντας ότι «κύκλοι σε Ε.Ε., ΔΝΤ θέλουν να στραγγαλίσουν το αριστερό πείραμα». Η σύμπνοια επί του γενικού, δεν σημαίνει όμως ότι υπάρχουν και κοινές απόψεις ενδοκυβερνητικά και εσωκομματικά.

Οι διαφωνίες

Αφενός στο επίπεδο της κυβέρνησης αρκετοί υπουργοί εγείρουν αντιρρήσεις για πτυχές των συμβιβαστικών προτάσεων, που άπτονται των χαρτοφυλακίων τους. Αυτές εκφράστηκαν στις δυο πρόσφατες συνεδριάσεις του κυβερνητικού συμβουλίου χωρίς όμως να λαμβάνουν δημόσιες διαστάσεις, καθώς φαίνεται ότι οι υπουργοί όλων των «αποχρώσεων» επιδεικνύουν προς ώρας «κομματικό πατριωτισμό».

Στο εσωκομματικό πεδίο ο Γιάννης Δραγασάκης εκλήθη να παραστεί στην Πολιτική Γραμματεία και το προεδρείο της Κ.Ο. για τις εξελίξεις, με πολλά στελέχη, όχι μόνο της «μειοψηφίας», να εκφράζουν τη δυσαρέσκειά τους για την «έλλειψη ενημέρωσης». Αλλωστε ο γραμματέας Τάσος Κορωνάκης δήλωσε στο «Κόκκινο» ότι «υπάρχει ένα ζήτημα ενημέρωσης για το πώς εξελίσσεται η συζήτηση στα διαφορετικά επίπεδα». Το όργανο κατέληξε σε μια ομόφωνη απόφαση, στην οποία σημείωνε ότι «οι απαιτήσεις [των δανειστών] δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτές» και πως «τώρα είναι η ώρα να μπουν οι ίδιοι οι λαοί στη μάχη». Ωστόσο η εικόνα που «διέρρευσε» σε μέσα ενημέρωσης διαψεύδεται από μέλη των οργάνων.

Η εκπρόσωπος Τύπου Ράνια Σβίγκου αναγνώρισε ότι στη συνεδρίαση «εκφράστηκαν διαφωνίες», οι οποίες όμως «απορρέουν από την αγωνία ο ΣΥΡΙΖΑ να είναι όσο το δυνατόν πιο αποτελεσματικός» προσθέτοντας ότι «η φαντασία ορισμένες φορές οργιάζει».

Ανύπαρκτα γεγονότα

Χαρακτηριστική ήταν η φράση κορυφαίου στελέχους του «Αριστερού Ρεύματος» στην «Εφ.Συν.» που σημείωνε ότι «είναι προβληματικό το να υπάρχουν «διαρροές» με «επεισόδια» τα οποία ουδέποτε συνέβησαν».

Για παράδειγμα, η Ζωή Κωνσταντοπούλου, που φέρεται να σήκωσε «μπαϊράκι», δεν ταυτίστηκε με τη «μειοψηφία» και, σύμφωνα με πληροφορίες, είπε στη συνεδρίαση ότι η κυβέρνηση πρέπει να αξιοποιήσει πλήρως τα νομικά εργαλεία που έχει στα χέρια της, αλλά και διαδικασίες όπως αυτήν του λογιστικού ελέγχου τους χρέους.

Ο Γιάννης Δραγασάκης με ανάρτησή του στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης υπογράμμισε ότι «δεν επιθυμεί να προβεί σε κανένα σχόλιο σχετικά με ποικίλες διαρροές και δημοσιεύματα», πως «το δύσκολο εγχείρημα που έχει αναλάβει η κυβέρνηση είναι εγχείρημα συνολικής ευθύνης» και κατέληξε λέγοντας ότι προέχει «η στενή και δημιουργική συνεργασία της κυβέρνησης με τα όργανα του κόμματος και την Κοινοβουλευτική Ομάδα».

Η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ, λοιπόν, αντικειμενικά «πιέζει» την κυβέρνηση να μην υποκύψει στις πιέσεις. Η «πίεση» αυτή φαίνεται ότι είναι «καλοδεχούμενη» από τον ίδιο τον Αλέξη Τσίπρα, καθώς η κατάληξη της διαπραγμάτευσης, αν επικρατήσει η σκληρή γραμμή λιτότητας των θεσμών, θα προϋποθέτει τη λήψη κρίσιμων αποφάσεων από το Μαξίμου και δεν αποκλείεται να προκαλέσει ραγδαίες πολιτικές εξελίξεις.

Αντάρτικο στους δανειστές μέσω… ILO

Μια σημαντική νότα αισιοδοξίας προσέφερε η χθεσινή ανακοίνωση του Διεθνούς Οργανισμού Εργασίας, μετά τη συνάντηση του Πάνου Σκουρλέτη με την ηγεσία του. «Ο ΔΟΕ καλωσορίζει θερμά την επανενεργοποίηση του κοινωνικού διαλόγου στην Ελλάδα» σημειωνόταν, επισημαίνοντας ότι «εκτιμά τις νέες προσπάθειες της ελληνικής κυβέρνησης και των κοινωνικών της εταίρων να προχωρήσουν προς την προώθηση των συλλογικών διαπραγματεύσεων διά νομοθετικών προσπαθειών που στοχεύουν στην εναρμόνιση με τις διεθνείς εργασιακές προδιαγραφές». Το κυβερνητικό επιτελείο πρόκειται να επανεξετάσει τη στάση του στον τομέα των εργασιακών, αφήνοντας να εννοηθεί ότι αν οι διαπραγματεύσεις προδιαγραφούν ατελέσφορες, τότε θα προχωρήσει μόνη της στη νομοθέτηση των εργασιακών.

O Αλέξης Τσίπρας στο Economist 

«Ρεαλιστικό και βιώσιμο το πρόγραμμά μας»

«Να προσχωρήσει επιτέλους στον ρεαλισμό μετά από πέντε συνεχόμενα χρόνια αποτυχιών» κάλεσε από το βήμα του συνεδρίου του Economist ο Αλέξης Τσίπρας την πλευρά των θεσμών, καλώντας παράλληλα την κοινωνική πλειοψηφία σε συστράτευση. Ο πρωθυπουργός διαβεβαίωσε ότι δεν υπάρχει περίπτωση η κυβέρνηση να υποχωρήσει και να δεχτεί μειώσεις σε μισθούς και συντάξεις. «Αρκετά δεινοπάθησαν οι μισθωτοί και οι συνταξιούχοι, ήρθε η ώρα της αναδιανομής, η ώρα να πληρώσουν αυτοί που δεν πλήρωναν» επισήμανε χαρακτηριστικά, προσθέτοντας ότι το πρόγραμμα της κυβέρνησης είναι «απλά ρεαλιστικό και βιώσιμο». Επανέφερε μάλιστα το ζήτημα αναδιάρθρωσης του χρέους και έστειλε μήνυμα σε όσους «έχουν στο βάθος του μυαλού τους ότι όσο κυλάει ο χρόνος θα ξεθωριάσουν οι γραμμές» της κυβέρνησης πως «καλό θα ήταν να το ξεχάσουν», καθώς «αυτή η επιλογή θα φέρει τα ακριβώς αντίθετα αποτελέσματα».