Για πολλοστή φορά στον δημόσιο διάλογο σχετικά με τη θέση της χώρας στην Ευρώπη κάνει την εμφάνισή του το επιχείρημα ότι, έχοντας υποκύψει στις σειρήνες του νεόκοπου εθνολαϊκισμού, βρισκόμαστε σε μια ανώφελη σύγκρουση με τους συμμάχους και εταίρους μας, πλήρως απομονωμένοι και με κατεύθυνση προς τα βράχια μιας νέας εθνικής καταστροφής. Ασφαλώς, η άσκηση αντιπολίτευσης και η κριτική στους χειρισμούς της εκάστοτε κυβέρνησης είναι θεμιτή σε μια δημοκρατία. Χρειάζεται, όμως, εν προκειμένω να σταθούμε λίγο στην ουσία του εν λόγω επιχειρήματος και να θέσουμε μια ερώτηση: για ποια Ευρώπη μιλάμε εδώ; Πρέπει, δηλαδή, να εξετάσουμε εάν η Ευρωπαϊκή Ενωση, όπως λειτουργεί σήμερα, ανταποκρίνεται στην αρχική της αποστολή της ολοένα και στενότερης ένωσης μεταξύ των κρατών και των λαών της ηπείρου και εάν ενεργεί σύμφωνα με τους δικούς της κανόνες.
Ας έχουμε υπόψη μας ότι το -ούτως ή άλλως ελλιπές- πλαίσιο των Συνθηκών μετά την αναθεώρηση της Λισαβόνας έχει διαρραγεί. Δεν βρίσκεται η Ευρωπαϊκή Ενωση σε μια φάση ομαλότητας στην εξέλιξή της, ούτε γίνεται σεβαστό, στην ουσία του, το πρωτογενές Ευρωπαϊκό Δίκαιο. Θεμελιώδεις αρχές του ευρωπαϊκού εγχειρήματος, όπως η αρχή της ισότητας των κρατών-μελών έναντι των Συνθηκών, έχουν καταπατηθεί, καθώς υφίσταται μια de facto διάκριση μεταξύ του πυρήνα και της περιφέρειας, μεταξύ ιδιοκτητών και ενοικιαστών, μεταξύ εκείνων που επιβάλλουν συγκεκριμένες επιλογές και πολιτικές και εκείνων που είναι, εκ των πραγμάτων και υπό την απειλή εκβιασμών, αναγκασμένοι να τις υπομείνουν. Η λήψη των κρίσιμων αποφάσεων έχει εκφύγει των προβλεπόμενων από τις Συνθήκες θεσμών και έχει μεταφερθεί σε άτυπα διευθυντήρια, όπου κυριαρχεί η λογική της ισχύος, η αδιαφάνεια και η έλλειψη πολιτικού ελέγχου και λογοδοσίας ενώπιον του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ή δικαστικού ελέγχου ενώπιον του Δικαστηρίου της Ενωσης. Ανοιχτά προβάλλεται η θέση ότι οι εκλογές δεν αλλάζουν τίποτε και ότι δεν υπάρχουν δημοκρατικές εναλλακτικές έναντι της κυριαρχούσας αντίληψης.
Δύο ευρωπαϊκές κυβερνήσεις ώς τώρα έχουν πέσει με παρασκηνιακό τρόπο, κατόπιν ευθείας παρέμβασης από παράγοντες της Ευρωπαϊκής Ενωσης, για να αντικατασταθούν με περισσότερο «αποδεκτές» κυβερνήσεις μη εκλεγμένων τεχνοκρατών. Παρατηρούνται, δε, ευθείες παρεμβάσεις στη σύνθεση κυβερνήσεων. Και δεν είναι μόνο το ελληνικό παράδειγμα. Αρκεί να θυμηθεί κανείς ότι τον Αύγουστο του 2014 άλλαξε εν μιά νυκτί ολόκληρη η γαλλική κυβέρνηση, εξ αιτίας κάποιων σχολίων κατά της λιτότητας που επέβαλε η Γερμανία.
Θα μπορούσε να υποστηρίξει κανείς ότι τα ανωτέρω (και άλλα συναφή) είναι τα αναπόδραστα απότοκα του γενετήσιου σφάλματος της νομισματικής ένωσης, η οποία βασίστηκε –και εξακολουθεί να βασίζεται- σε σαθρά θεμέλια, καθόσον απουσιάζει η πολιτική ένωση και η συναφής με αυτή δημοκρατική νομιμοποίηση. Πλην όμως, ουδεμία πρωτοβουλία διακρίνεται στον ορίζοντα για τη διόρθωση αυτής της ανωμαλίας. Αντιθέτως, σχηματίζεται η εντύπωση ότι η σχεδόν θρησκευτική εμμονή πολλών στην υπεράσπιση της έωλης θέσης πως όλα βαίνουν καλώς με την ευρωζώνη και το πρόβλημα είναι η Ελλάδα ή, γενικότερα, η απροθυμία της περιφέρειας να ενστερνιστεί τις υγιείς «μεταρρυθμίσεις» (με την ακραιφνώς νεοφιλελεύθερη έννοια του όρου, βεβαίως) που θα την οδηγήσουν, ως εκ θαύματος, στην ανάκαμψη και την ανταγωνιστικότητα, σημαίνει πως η ευρωζώνη -και κατ’ επέκταση η Ενωση- τους συμφέρει όπως ακριβώς είναι. Το εάν και κατά πόσον αυτό είναι βιώσιμο μακροπρόθεσμα ή εάν τελικά θα συμπαρασύρει στην πτώση συνολικά το ευρωπαϊκό οικοδόμημα μένει να φανεί.
Αλήθεια, όμως, τι από όλα αυτά συνιστά «κανονικότητα» και «ευρωπαϊκό πνεύμα»; Αυτή είναι η Ευρώπη των οραματιστών που έβαλαν τα θεμέλια της ευρωπαϊκής ενοποίησης μετά τον Πόλεμο; Οσοι, είτε από σκοπιμότητα είτε από απλή άγνοια, επιμένουν ότι όποιοι δυσανασχετούν με την κατεύθυνση που έχει πάρει η Ενωση με καταλύτη –ή ίσως με εργαλείο- την κρίση και τη στηλιτεύουν απλώς δεν είναι αρκετά Ευρωπαίοι και προσφέρουν, τελικά, κάκιστες υπηρεσίες, όχι μόνο στην υπό εξέλιξη διαπραγμάτευση μεταξύ της χώρας και των Ευρωπαίων δανειστών και εταίρων της, αλλά και στην ίδια την Ευρώπη, στο όνομα της οποίας υποτίθεται πως ομνύουν. Αντιθέτως, η διεκδίκηση μιας άλλης Ευρώπης, η οποία προφανώς θα προκύψει σε αντιδιαστολή, ή ακόμα και σε σύγκρουση, με την ισχύουσα κατάσταση, είναι η στάση που βρίσκεται πιο κοντά στο γνήσιο ευρωπαϊκό ιδεώδες. Εφόσον αγαπάμε την Ευρώπη, έχουμε καθήκον να την αλλάξουμε. Οχι μόνο θεωρητικά ή επισημαίνοντας απλώς τα κακώς κείμενα, αλλά με συγκεκριμένες προτάσεις και δράσεις που αποσκοπούν σε χειροπιαστά αποτελέσματα.
*δικηγόρος, διδάκτορος Νομικής του Πανεπιστημίου Αθηνών και κατόχου LLM από το London School of Economics
