Στις 6 Απριλίου 2015, στην επέτειο των 74 χρόνων από τη γερμανική εισβολή στην Ελλάδα, ο αναπληρωτής υπουργός Οικονομικών Δημήτρης Μάρδας προσδιόρισε, με βάση τις μελέτες του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, τις οικονομικές απαιτήσεις που έχει η χώρα μας από τη Γερμανία. Οι απαιτήσεις αυτές αφορούσαν το «λεγόμενο αναγκαστικό δάνειο» καθώς και τις αποζημιώσεις που «αφορούν ιδιώτες ή υποδομές».
Η ανακοίνωση έγινε σε επίσημο περιβάλλον και με τον πλέον επίσημο τρόπο. Για την ακρίβεια, οι προσδιορισμοί αυτοί διατυπώθηκαν στην ομιλία του αναπληρωτή υπουργού στη συνεδρίαση της Ειδικής Επιτροπής Αληθείας Δημοσίου Χρέους, που έχει συσταθεί στη Βουλή με πρωτοβουλία της προέδρου της. Ως είδηση μεταδόθηκε αμέσως και απασχόλησε όλα τα μέσα μαζικής ενημέρωσης στη χώρα μας και στο εξωτερικό. Τίποτε δεν θα μπορούσε να είναι πιο επίσημο. Από εκεί και πέρα όμως πολλά πράγματα θα μπορούσαν να είναι πιο σοβαρά.
Στον ακαδημαϊκό χώρο οι καθ’ όλα επίσημες -και ως εκ τούτου σοβαρές- αυτές ανακοινώσεις προκάλεσαν μια ειλικρινή και αυθόρμητη έκπληξη σε πολλά επίπεδα. Το πρώτο από αυτά αφορούσε τους αριθμούς που εκστόμισε ο αναπληρωτής υπουργός. Εκείνη την εποχή, μας είπε, «το ποσό αυτό είχε οριστεί στα 341,2 δισεκατομμύρια δολάρια», το οποίο σήμερα ισοδυναμεί με «278,7 δισεκατομμύρια ευρώ». Στον χώρο των ιστορικών, των οικονομολόγων και όλων των συναφών ερευνητών και ακαδημαϊκών η εξίσωση αυτή θεωρείται εξαιρετικά τολμηρή και οπωσδήποτε πρωτότυπη και ριψοκίνδυνη. Μέχρι τώρα θεωρούσαμε ότι η αξία του δολαρίου του 1946 ήταν σαφώς πολλαπλάσια της αντίστοιχης του σημερινού ευρώ, με όποιον τρόπο και αν το υπολογίσει κανείς αυτό. Προφανώς βρισκόμαστε μπροστά σε μέγα λάθος της επιστήμης, το οποίο ευτυχώς για την αυτογνωσία της ανθρωπότητας διόρθωσε η επιτροπή της κ. Κωνσταντοπούλου.
Το δεύτερο επίπεδο της έκπληξης αφορούσε τα μεγέθη. Στον χώρο των ιστορικών είχε δημιουργηθεί η εντύπωση ότι το ΑΕΠ της Γερμανίας το 1938 βρισκόταν στο επίπεδο των 46 δισεκατομμυρίων δολαρίων και το αντίστοιχο των ΗΠΑ στα 85 δισεκατομμύρια. Παρεμπιπτόντως είχε επίσης δημιουργηθεί η εντύπωση ότι το συνολικό ύψος των κονδυλίων του Σχεδίου Μάρσαλ, στα τέσσερα χρόνια της εφαρμογής του (1948-1952), ανήλθε σε 13 δισεκατομμύρια δολάρια. Μετά τα πορίσματα στα οποία κατέληξε ο κ. Μάρδας είναι προφανές ότι όλα τα παραπάνω στοιχεία πρέπει να αναθεωρηθούν.
Στην –αναμφίβολη– περίπτωση που οι αριθμοί του αναπληρωτή υπουργού είναι οι ορθοί, τότε η Ελλάδα διεκδικεί επτά ολόκληρα ΑΕΠ (Ακαθάριστο Εθνικό Προϊόν) της προπολεμικής Γερμανίας –πριν την καταστρέψει ο πόλεμος. Διεκδικεί 26 και κάτι φορές τα συνολικά κονδύλια του Σχεδίου Μάρσαλ ή τέσσερις φορές το ΑΕΠ των ΗΠΑ εκείνου του καιρού!!! Η ευγένεια, αν όχι και η διπλωματία, θα συνιστούσαν να αφήσουμε κάτι και στην υπόλοιπη ανθρωπότητα. Ετσι, για να μη μας ζηλεύουν οι υπόλοιποι.
Το τρίτο επίπεδο της έκπληξης ήταν η διαβεβαίωση του αναπληρωτή υπουργού ότι τα ποσά που ανέφερε προσδιορίστηκαν «στη Συνδιάσκεψη των Παρισίων του 1946». Μα και σε αυτό το σημείο προστέθηκαν ανυπολόγιστης αξίας νέα στοιχεία στην επιστήμη της Ιστορίας. Μέχρι τώρα οι ιστορικοί –βρισκόμενοι προφανώς σε πλήρη σύγχυση και πλάνη– νόμιζαν ότι στη Συνδιάσκεψη του Παρισιού, από τον Ιούλιο ώς τον Οκτώβριο του 1946, συζητήθηκαν και προετοιμάστηκαν οι συνθήκες ειρήνης με όλα τα κράτη–μέλη του Αξονα, πλην της Γερμανίας (η οποία δεν είχε εκείνο τον καιρό κρατική υπόσταση) και της Ιαπωνίας. Στη Συνδιάσκεψη κατακυρώθηκαν στην Ελλάδα πολεμικές αποζημιώσεις από την Ιταλία (105 εκατομμύρια δολάρια της εποχής) και τη Βουλγαρία (45 εκατομμύρια δολάρια). Της αποδόθηκαν επίσης τα Δωδεκάνησα ενώ δεν έγιναν δεκτές ούτε οι σοβαρές αλλαγές στα βόρεια σύνορα που διεκδικούσε η χώρα μας, ούτε οι αποικίες που ζητούσε (τα πλήρη πρακτικά σε FRUS, 1946. Paris Peace Conference. Proceedings, USGPO, 1946 – ηλεκτρονικά σε http://digital.library.wisc.edu/1711.dl/FRUS.FRUS1946v03).
Δυστυχώς όμως οι πρόοδοι στην ιστορική γνώση, όπως προχωρούν με βήματα γίγαντα στις συνεδριάσεις των επιτροπών της Βουλής των Ελλήνων, ξεπερνούν το ακαδημαϊκό και επιστημονικό επίπεδο στο οποίο βρίσκεται ο υπόλοιπος κόσμος. Πάντοτε έτσι συμβαίνει με τις καινοτόμες αντιλήψεις και επιστημονικές κατακτήσεις –για μια επαναλαμβανόμενη αδικία μιλούμε, εάν δεν πρόκειται κιόλας για διαχρονική συνωμοσία των μετρίων ενάντια στην αριστεία των ελληνικών αποκαλύψεων. Ετσι δυστυχώς οι ακλόνητα τεκμηριωμένες θέσεις της ελληνικής κυβέρνησης προκάλεσαν ορυμαγδό σαρκασμών και κακεντρεχών σχολίων από τους αμαθείς σε ολόκληρη τη Γη.
Μέσα σε αυτή την οικουμενική και ομόθυμη σκωπτική διάθεση που προκάλεσαν οι αναπληρο-υπουργικές δηλώσεις βρήκαν ευκαιρία και οι «πάντοτε ανθέλληνες» Γερμανοί να κλείσουν για ακόμα μια φορά το ζήτημα. «Ανοησίες» («ηλιθιότητες» είναι πιο πιστή μετάφραση) χαρακτήρισε τις ελληνικές θέσεις ο αντικαγκελάριος Ζίγκμαρ Γκάμπριελ και είναι σίγουρα ότι και οι πλέον αφοσιωμένοι φιλέλληνες θα δυσκολεύονταν να βρουν επιχειρήματα για να αντικρούσουν τον βαρύτατο χαρακτηρισμό.
Απομένουν διαπιστώσεις και ερωτήματα. Στις πρώτες συγκαταλέγεται το γεγονός ότι η πολύ σοβαρή, δίκαιη και πολλαπλώς πολιτικά σημαντική υπόθεση της διεκδίκησης του κατοχικού δανείου και των οφειλόμενων πολεμικών αποζημιώσεων στη χώρα μας και στον λαό μας πνίγηκε μέσα στη γελοιότητα που αποπνέει η σημερινή κυβέρνηση. Υποψιαζόμαστε ότι κανείς δεν θα παραιτηθεί ή θα απολογηθεί γι’ αυτό.
Το δε ερώτημα προκύπτει αυθόρμητα: Μα είναι τόσο κακοί, τόσο ανίκανοι, τόσο αμόρφωτοι όσο παρουσιάζονται; Είναι δυνατόν; Και όμως είναι! Υπάρχει ταξική εξήγηση γι’ αυτό, αλλά μάλλον ήδη έχουμε εξαντλήσει τον χώρο που μας διαθέτει η εφημερίδα.
*καθηγητής Σύγχρονης Ιστορίας στο ΑΠΘ
