Εκκληση στην κυβέρνηση να βάλει τέλος στην αβεβαιότητα που ζει η ελληνική οικονομία και να έλθει σύντομα σε συμφωνία με τους εταίρους απευθύνει το Γραφείο Προϋπολογισμού του Κράτους στη Βουλή. Παράλληλα, χαρακτηρίζει αναγκαίο ένα τρίτο πρόγραμμα βοήθειας προς την Ελλάδα ύψους 20-30 δισ. ευρώ, ενώ θεωρεί απαράβατη προϋπόθεση τη συνέχιση της εξυπηρέτησης του δημόσιου χρέους.
«Η τρέχουσα κατάσταση δεν απειλεί μόνο όσες επιχειρήσεις βρίσκονται σε οριακό σημείο, αλλά και την υγιή επιχειρηματικότητα, δηλαδή όσες επιχειρήσεις άντεξαν, επένδυσαν, συγκράτησαν μισθούς, κατέβαλαν φόρους και απέφυγαν απολύσεις», τονίζουν οι συντάκτες της τελευταίας τριμηνιαίας έκθεσης (Ιανουάριος-Μάρτιος 2015).
Σύμφωνα με το Γραφείο, μόνο η τελική συμφωνία με τους εταίρους θα εξαλείψει τις αβεβαιότητες και θα δώσει ώθηση στην ανάπτυξη, ενώ υπενθυμίζουν πως η ελληνική οικονομία ξαναμπήκε σε ύφεση ήδη από το τελευταίο τρίμηνο του 2014, οι καταθέσεις μειώθηκαν κατά 26 δισ. από τον Δεκέμβριο και τα ληξιπρόθεσμα χρέη προς το Δημόσιο αυξήθηκαν κατά 3,47 δισ ευρώ. «Αυτό που χρειάζεται η χώρα είναι μια μεταρρυθμιστική επανάσταση, με βαθιές τομές μέσα στο ευρωπαϊκό πλαίσιο» αναφέρουν, επικρίνοντας ταυτόχρονα την κυβέρνηση για ανεπάρκεια στον συγκεκριμένο τομέα.
Ιστορικό λάθος μια έξοδος
Οι συντάκτες τονίζουν ότι και οι εταίροι πρέπει να δείξουν προθυμία για συμβιβασμό, καθώς μια έξοδος της Ελλάδας από την ευρωζώνη θα ήταν «ιστορικό λάθος, την ώρα που η οικονομική πολιτική στην Ευρώπη αλλάζει σε ευνοϊκότερη κατεύθυνση για τη χώρα».
Από την άλλη πλευρά, το Γραφείο βλέπει θετικά πολλά σημεία του προγράμματος του ΣΥΡΙΖΑ, τα οποία θα μπορούσαν να περιληφθούν σε ένα αναθεωρημένο πρόγραμμα προσαρμογής ή συμφωνία-γέφυρα, όπως π.χ. το «φρένο» στην απορρύθμιση των εργασιακών σχέσεων ή στη μετατροπή των κρατικών μονοπωλίων σε ιδιωτικά (ύδρευση και δίκτυα ρεύματος).
Την ίδια ώρα, όμως, οι συντάκτες της έκθεσης επικρίνουν το οικονομικό επιτελείο για ασάφεια και αντιφάσεις, καθώς οι υποσχέσεις της κυβέρνησης για το ασφαλιστικό ή τις ιδιωτικοποιήσεις δεν συμβαδίζουν με το ευρωπαϊκό πλαίσιο. Επίσης οι εξαγγελίες για 13η σύνταξη, αμυντικές προμήθειες, επιχορήγηση της βιομηχανίας ζάχαρης ή κατάργηση της ρήτρας μηδενικού ελλείμματος στα ασφαλιστικά ταμεία «δεν εντάσσονται σε ένα σχέδιο για την ανάπτυξη, ούτε είναι σαφές πώς θα χρηματοδοτηθούν τελικά».
Το μέτρο των 100 δόσεων κρίνεται ως έχον «απροσδιόριστες μακροχρόνιες επιπτώσεις παρά το βραχυπρόθεσμο όφελος», ενώ συνοπτικά «η δημοσιονομική προσαρμογή που επιχειρείται είναι ένα ιδιότυπο μείγμα νέων φόρων, νέων δαπανών, θεσμικών αλλαγών και αντιφατικών προθέσεων για αλλαγές».
Αφού υπενθυμίσουν ότι η Ελλάδα χρειάζεται φέτος κεφάλαια ύψους 13 δισ. για την εξυπηρέτηση του χρέους, τονίζουν ότι μια αναβολή πληρωμής των υποχρεώσεων προς το ΔΝΤ θα ήταν καταστροφική, καθώς κάτι τέτοιο έχουν κάνει μόνο «αποτυχημένα κράτη, όπως η Σομαλία, το Σουδάν και η Ζιμπάμπουε»: «Η φήμη της χώρας ως αξιόπιστου δανειολήπτη θα καταστρεφόταν, η πρόσβαση στις διεθνείς αγορές θα ήταν αδύνατη για πολλά χρόνια, οι ιδιώτες δανειστές λόγω ρητρών θα απαιτούσαν άμεση αποπληρωμή και η Ελλάδα θα αδυνατούσε να ωφεληθεί από τους νέους ευρωπαϊκούς μηχανισμούς».
