Η έστω και ολιγόωρη –διάρκειας περίπου μιας ώρας– συζήτηση στο χθεσινό Eurogroup για το ελληνικό ζήτημα προκάλεσε αίσθημα ανακούφισης στην Αθήνα. Και τούτο γιατί, όπως επισημαίνουν κυβερνητικές πηγές, ουσιαστικά επιβεβαιώθηκε και έγινε αποδεκτό από τους εταίρους ότι «η χώρα βρίσκεται σε πρόγραμμα, το οποίο αρχίζει να υλοποιείται» και επί της ουσίας αυτό σημαίνει την αρχή του διαλόγου που θα στηρίζεται στις αποφάσεις της 20ής Φεβρουαρίου.
Οπως σημείωναν στελέχη του μεγάρου Μαξίμου, η παραπάνω παραδοχή «αποτελεί θετικό σήμα για να χαλαρώσει η στάση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας απέναντι στην Ελλάδα», δίνοντας ουσιαστικά μια εν δυνάμει έγκριση για τις προτάσεις που παρουσίασε η ελληνική κυβέρνηση, χωρίς βέβαια να προδικάζουν ή να ερμηνεύουν τη «χαλάρωση», μη διακινδυνεύοντας έστω και την υπόθεση ότι αυτή «μπορεί να οδηγήσει σε νέα εκταμίευση».
Ουσιαστικά η κυβέρνηση πήρε αυτό που επεδίωκε, δηλαδή να γίνουν πολιτικά αποδεκτές οι προτάσεις από το Eurogroup, αφού αυτό της επιτρέπει να τελειώνει με τα γραφειοκρατικά προσκόμματα που έθεταν οι εταίροι, ώστε αυτά να επιλυθούν από τα τεχνικά κλιμάκια.
Μια «κατ’ αρχήν συμφωνία»
Στελέχη του οικονομικού επιτελείου εκτιμούσαν ότι «το γεγονός πως αποδέχτηκαν τις προτάσεις που τους στείλαμε δείχνει την κατ’ αρχήν συμφωνία τους», αφήνοντας όμως ανοικτό στην πορεία των συζητήσεων να προστεθούν και νέες παράμετροι στα μέτρα εξυγίανσης της ελληνικής οικονομίας που έχουν ήδη αποσταλεί.
Την Τετάρτη ξεκινά η συζήτηση μεταξύ των τεχνικών κλιμακίων Ελλάδας και θεσμών που θα γίνονται «αποκλειστικά στις Βρυξέλλες», επιβραβεύοντας με τον τρόπο αυτό την τακτικιή της κυβέρνησης να αποφύγει με κάθε τρόπο την έλευση στην Αθήνα των τεχνοκρατών, η οποία θα μπορούσε να εκληφθεί ως επανάληψη των τακτικών της τρόικας και να οδηγήσει σε παραλληλισμούς με το πρόσφατο παρελθόν.
Οπως έλεγαν κυβερνητικά στελέχη, «αυτή ήταν μία από τις κόκκινες γραμμές, η οποία και έγινε αποδεκτή», θέλοντας με αυτό τον τρόπο να κόψουν οριστικά τον ομφάλιο λώρο με το παρελθόν, αφού «η τρόικα αποτελεί παρελθόν μετά τις εκλογές». Το ενδεχόμενο να έρθουν στην Αθήνα στελέχη της Ευρωπαϊκής Επιτροπής αυτό προφανώς δεν ενοχλεί την Αθήνα, αφού αναγνωρίζει ότι ο όγκος των στοιχείων ενδεχομένως απαιτεί θεσμική παρουσία στην Αθήνα, όχι όμως με το καθεστώς και την πρακτική που είχε υιοθετήσει η τρόικα.
Οσον αφορά το χρηματοδοτικό κενό και τη βούληση «να λυθεί άμεσα το χρηματοδοτικό πρόβλημα», ουδείς στην κυβέρνηση επιθυμεί να προβεί σε ερμηνεία, αφήνοντας ανοιχτό τον εμπλουτισμό της λίστας των μεταρρυθμίσεων με επιπρόσθετες επεξεργασμένες προτάσεις.
Στελέχη της κυβέρνησης δεν αποκλείουν το τοπίο να αρχίζει να ξεκαθαρίζει μετά τις συναντήσεις του πρωθυπουργού Αλ. Τσίπρα με τον επικεφαλής του ΟΟΣΑ Αν. Γκουρία στο Παρίσι την Πέμπτη και με τον πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ζ.-Κ. Γιούνκερ την Παρασκευή στις Βρυξέλλες, με φόντο τη σύνοδο κορυφής στις 19-20 Μαρτίου.
Αυτό που προκαλεί προβληματισμό στο μέγαρο Μαξίμου είναι η σχεδόν ολομέτωπη επίθεση που δέχεται ο υπουργός Οικονομικών Γ. Βαρουφάκης, με «τελευταίο αλλά όχι έσχατο», όπως προβλέπουν, το επεισόδιο με τον Ιρλανδό υπουργό Οικονομικών, ο οποίος ούτε λίγο-ούτε πολύ ζήτησε την αντικατάσταση του Ελληνα υπουργού από τον αντιπρόεδρο της κυβέρνησης Γ. Δραγασάκη. Δήλωση που προκάλεσε την άμεση αντίδραση του αντιπροέδρου, ο οποίος επισήμανε ότι «δεν υπάρχει καμία αλλαγή στους κυβερνητικούς σχεδιασμούς σε ό,τι αφορά τη διαπραγμάτευση» τονίζοντας με έμφαση πως «την κυβέρνηση εκπροσωπεί στο Eurogroup ο υπουργός Οικονομικών, Γ. Βαρουφάκης». Συνεργάτες του πρωθυπουργού επιμένουν ότι «ο υπουργός Οικονομικών δέχεται πόλεμο από εκπροσώπους ετερόκλητων συμφερόντων όχι μόνο στο εξωτερικό της χώρας αλλά και στο εσωτερικό», φωτογραφίζοντας στελέχη της αξιωματικής αντιπολίτευσης για τα οποία ισχυρίζονται ότι «έχουν αναλάβει εργολαβικά το “πριόνισμα” του υπουργού» και αφήνοντας ερωτήματα όσον αφορά το ποιους εξυπηρετούν αυτές οι επιθέσεις.
