Μάλλον αποσταθεροποιούμενη βαίνει η ποιοτική απόδοση της ΚΟΑ τους τελευταίους μήνες. Την πεποίθηση αυτή ήρθε να ενισχύσει η ακρόαση της τελευταίας συναυλίας με τίτλο «Γερμανοί ρομαντικοί IV», που έδωσε το αθηναϊκό σύνολο στο Μέγαρο Μουσικής υπό τον Γερμανό αρχιμουσικό Κρίστοφ Πόπεν (6/3/2015).
Το πρόγραμμα υλοποιήθηκε με την ευγενική υποστήριξη της Γερμανικής Πρεσβείας και περιλάμβανε έργα Βάγκνερ και Μάλερ, επιλογές πολλαπλά φιλόδοξες με δεδομένο το ειδικό βάρος της γραφής αμφοτέρων των συνθετών. Τη βραδιά άνοιξαν τα «Πέντε τραγούδια σε ποίηση Ματθίλδης Βέζεντονκ» του Βάγκνερ με ερμηνεύτρια τη Χενριέτε Γκέντε. Η στιβαρή, νεαρή -επίσης Γερμανίδα- τραγουδίστρια, διέθετε γεμάτη, βελούδινη, καλά εστιασμένη, μεγάλου μεγέθους φωνή, που υπηρέτησε ιδανικά τη βαγκνερική γραφή και αναμετρήθηκε άνετα με την πλήρους ανάπτυξης ορχήστρα. Επιπλέον η καθαρή άρθρωση, η καλή αντίληψη της μουσικής δραματουργίας και η καλή τεχνική, που, παρά το μέγεθος επέτρεπαν στη φωνή κάποτε να ίπταται αβαρής, ταίριαξαν αβίαστα στις αλά «Τριστάνος και Ιζόλδη» ατμόσφαιρες και διαθέσεις των τραγουδιών. Αξιοπρεπής υπήρξε η συνοδεία της ΚΟΑ.
Στη «Συμφωνία αρ. 1, Τιτάν» του Μάλερ τα πράγματα δυσκόλεψαν. Για τα προαπαιτούμενα κάθε ερμηνείας μαλερικής Συμφωνίας έχουμε γράψει επανειλημμένα: η πολυεπίπεδη, έντονα θεατρική αφηγηματική δομή της μουσικής του τελευταίου «μεγάλου» των ρομαντικών προϋποθέτει άριστη αντίληψη και βαθιά εποπτεία της μουσικής δραματουργίας, καθώς επίσης χειρουργικής ακρίβειας οργάνωση της παραγραφοποίησης της μουσικής μέσα από τον χειρισμό των λεπτομερειών, τις αυξομειώσεις ταχυτήτων και επιπέδων δυναμικής, τις πειστικά ζυγιασμένες εμφάσεις και αντιπαραθέσεις γλυκασμών και δράσης κ.λπ.. Τίποτε από αυτά δεν μπορεί να αποδώσει η ΚΟΑ δίχως έκτακτη προσπάθεια.
Παρ’ ότι ο Πόπεν έκανε ό,τι έκρινε καλύτερο στο από τον νόμο προβλεπόμενο πλαίσιο δοκιμών, ο δημοφιλής «Τιτάνας» ήχησε δίχως το απαραίτητο βάθος και φινίρισμα των λεπτομερειών: με άτεχνες, τραχιές αντιθέσεις, με συχνά αδιαμόρφωτες ισορροπίες δυναμικής μεταξύ εγχόρδων-χάλκινων πνευστών, κυρίως, όμως, με άγευστη και ανέκφραστη μελωδική φραστική…. Και να σκεφτεί κανείς ότι πρόκειται για τη νοηματικά και μουσικά ευκολότερη των Συμφωνιών του Μάλερ!
H Kαμεράτα των κρουστών
Αφήνοντας για λίγο κατά μέρος (κακώς, κάκιστα κατά τη γνώμη μας˙ αλλ’ αυτό είναι άλλη συζήτηση) το ρεπερτόριο του μπαρόκ και τα όργανα εποχής με τα οποία έχει χτίσει ακριβοκερδισμένο διεθνές όνομα και πολύτιμη ορατότητα, η Καμεράτα παρουσίασε στο Μέγαρο Μουσικής ένα πρόγραμμα περιχαρακωμένα ειδικού ενδιαφέροντος υπό τον τίτλο «Τυμπανοκρουσίες» (4/6/2015). Το σύνολο εγχόρδων, που εν προκειμένω συνεργάστηκε με τον κορυφαίο Ελληνα σολίστα κρουστών Δημήτρη Δεσύλλα και το σύνολο κρουστών Τύπανα, διηύθυνε ο αρχιμουσικός Μύρων Μιχαηλίδης. Σαφώς όχι για όλων τα γούστα, η απαιτητική βραδιά άφησε δυνατό αποτύπωμα, συμπληρώνοντας ευπρόσδεκτα τα ακούσματά μας.
Στο πρώτο μέρος ακούστηκε το «Κοντσέρτο για σόλο κρουστά και ορχήστρα εγχόρδων, Conjurer» (2007) του πολυβραβευμένου Αμερικανού συνθέτη Τζον Κοριλιάνο. Σύνθεση εξουθενωτικά και πολλαπλά απαιτητική για τον σολίστα, που πρωταγωνιστεί ουσιαστικά επί ένα 40λεπτο, χωρίζεται σε τρία μέρη, ένα για κάθε κατηγορία κρουστών: ξύλινα, μεταλλικά, μεμβρανόφωνα.
Η θαυμαστά αριστοτεχνική γραφή της αναπτύσσεται σε μορφή εκτεταμένης (γραμμένης) καντέντσας, ενώ στη σχέση σολίστα-ορχήστρας είναι σταθερά ο πρώτος αυτός που εισάγει και επεξεργάζεται το εκάστοτε δεσπόζον υλικό και κυριαρχεί αδιαπραγμάτευτα στην οικονομία των εντυπώσεων˙ και όλ’ αυτά με το φάντασμα του Μπάρτοκ της «Μουσικής για έγχορδα κρουστά και τσελέστα» να κάνει αναπόδραστες περαστικές εμφανίσεις!
Ο Δεσύλλας κράτησε με άνεση τον ρόλο του πρωταγωνιστή προσφέροντας μια συνεχή ροή από αβίαστα αριστοτεχνικές αναγνώσεις σελίδων δεξιοτεχνικής γραφής και, ταυτόχρονα, μια απολαυστική ξενάγηση στις πλούσιες σε ηχητικές χροιές και εκφραστικότητα οικογένειες των κρουστών. Σε άκρα εγρήγορση, ο Μύρων Μιχαηλίδης κράτησε τους δύο ηχητικούς κόσμους –έγχορδα & κρουστά- σε ισορροπημένη συνομιλία.
Το δεύτερο μέρος αφιερώθηκε σε ένα «κλασικό» αριστούργημα της σοβιετικής περιόδου, τη σουίτα από το χορόδραμα του Ροντιόν Σεντρίν «Κάρμεν» (1967). Εδώ κυριάρχησε η γοητεία των μελωδιών της όπερας του Μπιζέ, περασμένων μέσα από μια μουσική αισθητική που –σήμερα πλέον- φλερτάρει κάπως το κιτς, ωστόσο, κυρίως χάρη στη θαυμαστά αριστοτεχνική γραφή, διατηρεί τη γοητεία και τον ρωμαλέο, ρυθμικό δυναμισμό της. Παρ’ ότι ο αριθμός των εγχόρδων της Καμεράτας δύσκολα θα λέγαμε ότι αρκούσε για να κρατηθούν οι ισορροπίες δυναμικής, ο Μύρων Μιχαηλίδης έδεσε με σταθερό χέρι την ηχητική τους εκφορά με αυτήν των αψεγάδιαστα συντονισμένων κρουστών του συνόλου Τύπανα ένα ωραίο, σφριγηλό, συναρπαστικό ακρόαμα.
Αδυναμίες για την «Τζοκόντα»
Παρακολούθησα τον «Μαρσύα» (1950) και το «Χαμόγελο της Τζοκόντας» (1965) του Μάνου Χατζιδάκι σε καλαίσθητες χορογραφήσεις από την Αγγελική Στελλάτου για το μπαλέτο της ΕΛΣ (11/3/2015). Το ασφυκτικά γεμάτο Θέατρο Ολύμπια και οι θερμές, συναισθηματικές αντιδράσεις του κοινού έδειξαν ότι επιλογή και υλοποίηση είχαν 100% απήχηση.
Θα σχολιάσω τρία πράγματα: τη δίχως πλαστικότητα και μελωδικότητα διεύθυνση της Κωνσταντίας Γουρζή (όχι ότι η «ελαφρά» γραφή της «Τζοκόντας» είναι εύκολη!), πως, όταν χορογραφείται ένα έργο αγρίως ταλαιπωρημένο από ευτελείς χρήσεις αλλά κι ανεξίτηλα φορτισμένο από πλείστους όσους εξωμουσικούς συνειρμούς και αναφορές, περιμένει κανείς μια ανάγνωση πιο ψαγμένη και υποψιασμένη, τέλος, ότι θα ήταν ιδιαίτερα ενδιαφέρον να δοκίμαζε κάποτε η ΕΛΣ τη Στελλάτου και στον απείρως ενδιαφέροντα, σκηνικό Σκαλκώτα: «Λυγερή και Χάρος», «Παγανά», «Θάλασσα», «Με του Μαγιού τα μάγια»…
