Γιάννης Σακκάς*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Μετά την ήττα του ΕΛΑΣ στη μάχη της Αθήνας αντιπρόσωποι της κυβέρνησης και του ΕΑΜ συνήλθαν στη Βάρκιζα στις 12 Φεβρουαρίου 1945 και υπέγραψαν συμφωνία. Η Συμφωνία της Βάρκιζας, που είχε την εγγύηση της βρετανικής κυβέρνησης και προέβλεπε τον σεβασμό των πολιτικών ελευθεριών και των κοινωνικών πεποιθήσεων όλων των πολιτών, αμνηστία για τα μετά την 3η Δεκεμβρίου 1944 τελεσθέντα «πολιτικά αδικήματα», εξαιρουμένων των ποινικών αδικημάτων, κάθαρση στον δημόσιο τομέα και στα Σώματα Ασφαλείας, συγκρότηση εθνικού στρατού με συμμετοχή και αξιωματικών του ΕΛΑΣ και τη δημιουργία των απαραίτητων συνθηκών για τη διεξαγωγή, το γρηγορότερο, εκλογών και δημοψηφίσματος, υπαγορεύτηκε από την αδήριτη ανάγκη για ειρήνευση και πολιτικό διακανονισμό, που η μεγάλη πλειοψηφία των Ελλήνων προσδοκούσε μετά τη λήξη των Δεκεμβριανών. Αποτελούσε μια ευκαιρία να αποκατασταθεί η εθνική ενότητα και να συμπορευτούν όλες οι δυνάμεις του τόπου στην ανασυγκρότηση της χώρας.

Από την πλευρά των ηττημένων υπήρχε η θέληση για λήθη και εθνική ενότητα. Το ΚΚΕ έκρινε ότι η συνέχιση των συγκρούσεων θα το απομόνωνε από τις λαϊκές μάζες, θα συνιστούσε ταξικό και όχι απελευθερωτικό πόλεμο και θα προκαλούσε επέκταση της βρετανικής στρατιωτικής επέμβασης, την οποία ο ΕΛΑΣ δεν θα ήταν σε θέση να αντιμετωπίσει.

Για την πλειοψηφία της ηγεσίας του έπρεπε να επιδιωχθεί με κάθε τρόπο η σύναψη πολιτικής συμφωνίας με την κυβέρνηση. Στη διάρκεια των διαπραγματεύσεων στη Βάρκιζα το ΕΑΜ προέβη σ’ όλες τις υποχωρήσεις, που του ζητήθηκαν, αποδέχτηκε τη μη χορήγηση γενικής αμνηστίας, τη μη συμμετοχή του στην κυβέρνηση και τη διάλυση του ΕΛΑΣ και μετά τη συμφωνία εφάρμοσε τους δύο από τους εννέα όρους που το αφορούσαν, την απελευθέρωση των ομήρων και την παράδοση μεγάλου μέρους του οπλισμού του.

Σκοπός του ήταν να διατηρήσει τη δυναμική του ως μαζικό κίνημα και να διεκδικήσει μέσω κοινοβουλευτικών διαδικασιών μια ισχυρή και νομιμοποιημένη θέση στη μεταπολεμική Ελλάδα. Η προσκόλλησή του στην πορεία της νομιμότητας φάνηκε όχι μόνο από τις διεργασίες που έγιναν τότε για το «πέρασμα στον σοσιαλισμό με δημοκρατικές μεθόδους πολιτικής πάλης» και τη θεωρία «των δύο πόλων», αλλά και από τον τρόπο με τον οποίο μεταχειρίστηκε όσα δικά του στελέχη ήσαν αντίθετα σ’ αυτή την πολιτική, όπως για παράδειγμα τον Αρη Βελουχιώτη. Αλλωστε ο ίδιος ο Ζαχαριάδης επέμενε στην τήρηση της συμφωνίας, ακόμα και όταν το πολιτικό κλίμα επιδεινώθηκε εξαιτίας των απηνών αντιΕΑΜικών διώξεων.

Ακόμα και αν αποδεχτούμε την άποψη ότι για το ΚΚΕ η συμφωνία ήταν ένας «ελιγμός», που θα του επέτρεπε να ανασυγκροτήσει τις δυνάμεις του και να περάσει με την πρώτη κατάλληλη ευκαιρία στην αντεπίθεση (άποψη που αγνοεί ότι το 1945-6 το ΚΚΕ μιλούσε για οργάνωση «μαζικής λαϊκής αυτοάμυνας», όχι για αντεπίθεση ή ρεβάνς για τα Δεκεμβριανά), παραμένει αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι η συμφωνία της Βάρκιζας παραβιάστηκε από τους νικητές, οι οποίοι εφάρμοσαν στην πράξη το ρωμαϊκό vae victis (ουαί τοις ηττημένοις).

Ενώ το μελάνι της υπογραφής δεν είχε καλά στεγνώσει, ξέσπασε απίστευτος διωγμός (ονομάστηκε «λευκή τρομοκρατία») εναντίον πολιτών με αριστερά και δημοκρατικά φρονήματα, ο οποίος κατέστησε τη Συμφωνία της Βάρκιζας νεκρό γράμμα. Ο διωγμός αυτός εκδηλώθηκε με την ανοχή των Βρετανών και την υποστήριξη των ηγητόρων του μεταδεκεμβριανού κράτους, οι οποίοι ανάμεσα στα άλλα:

α) ενέταξαν τότε και αργότερα στον Στρατό, στην Αστυνομία, στη διοίκηση τους συνεργάτες των κατακτητών, β) εξόπλισαν παρακρατικές συμμορίες, για να επιπέσουν εναντίον των άοπλων και φιλήσυχων ανθρώπων του ΕΑΜ, γ) επέτρεψαν στη Χωροφυλακή και στην Εθνοφυλακή να γίνουν συνεργοί στην τρομοκρατία, όργανα οι ίδιες τρομοκράτησης, αντί να τις καταστήσουν φρουρούς της τάξης και της ασφάλειας, δ) χωρίς οράματα για τον τόπο και το λαό, χωρίς πρόβλεψη, με την ασύνετη, την καταστροφική τους πολιτική διεύρυναν το χάσμα ανάμεσα στις δύο παρατάξεις, ανάγκασαν τους διωκόμενους να καταφύγουν στα βουνά και έτσι εξώθησαν τα πράγματα προς τον Εμφύλιο.

Η δεξιά τρομοκρατία από τη Συμφωνία της Βάρκιζας μέχρι τις εκλογές του Μαρτίου 1946 προκάλεσε 1.289 δολοφονίες (953 από παρακρατικούς, 250 από την Εθνοφυλακή, 82 από τη Χωροφυλακή, 4 από τους Αγγλους), 6.681 τραυματισμούς, φθορά περιουσιών 18.767 ατόμων και καταστροφή 677 γραφείων του ΕΑΜ.

Η μετριοπαθής κυβέρνηση Σοφούλη (Νοέμ. 1945 – Μαρτ. 1946) δήλωσε ότι πάνω από 80.000 άτομα διώχτηκαν ποινικά το 1945 και η βρετανική αστυνομική αποστολή υπολόγισε ότι τον Δεκέμβριο βρίσκονταν στις φυλακές περίπου 19.000 άτομα, σχεδόν όλοι πρώην ΕΑΜικοί. Αντίθετα οι συνεργάτες των κατακτητών είχαν ενταχθεί στον Στρατό και στην Αστυνομία. Η Ελλάδα ήταν η μόνη χώρα στον κόσμο, στην οποία δωσίλογοι όχι μόνο δεν τιμωρήθηκαν, αλλά πέρασαν στην εξουσία, και ο κομμουνισμός θεωρήθηκε έγκλημα χειρότερο από τη συνεργασία με τον εχθρό.

«Οταν έφυγε ο κατακτητής, έγινε κάτι το απροσδόκητο, το μοναδικό στον κόσμο. Οι προδότες και οι δωσίλογοι πήραν ουσιαστικά την εξουσία και οι ελευθερωτές φυλακίστηκαν και ξορίστηκαν» (Ν. Καζαντζάκης, από επιστολή του στον Αγγλο υφυπουργό Εξωτερικών Μακ Νιλ, Ελευθερία, 13.11.1945).

«Στη διάρκεια του 1945 η συμμετοχή στην Αντίσταση είχε καταντήσει να θεωρείται πολιτικό έγκλημα και η συνεργασία με τους Γερμανούς κατά του κομμουνισμού πολιτική αρετή. Ενας πρώην αντάρτης ήταν πιο πιθανό να βρίσκεται στη φυλακή κι ένας πρώην ταγματασφαλίτης να υπηρετεί στις ένοπλες δυνάμεις ή στα σώματα ασφαλείας» (Ch. Woodhouse, Το μήλον της Εριδος, σ. 381).

Η ολέθρια για τον τόπο σύγκρουση του 1946-9 δεν μπορεί να ερμηνευτεί, αν δεν εξετάσουμε την κρίσιμη περίοδο 1945-6, όταν μετά τα Δεκεμβριανά οι κρατικές και παρακρατικές δυνάμεις έδρασαν συντονισμένα και μεθοδικά, για να θέσουν στο περιθώριο το ισχυρό ακόμα ΕΑΜ και ό,τι αυτό αντιπροσώπευε. Στις επόμενες δεκαετίες οι δυνάμεις αυτές οικοδόμησαν μια καχεκτική και μονόπλευρη δημοκρατία και συνέβαλαν αποφασιστικά στην κατάλυσή της με την επιβολή της απριλιανής δικτατορίας.

*αναπληρωτής καθηγητής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου