Οι εκλογές της 25ης Ιανουαρίου χαρακτηρίζονται από πολλούς ιστορικές. Η πραγματικότητα είναι ότι διεξάγονται μέσα σε μια κατάσταση ιστορικής σημασίας για τη χώρα μας, λόγω της παρατεταμένης κρίσης και της κοινωνικής καταστροφής που προκάλεσε η διαχείρισή της από τα κυβερνητικά κόμματα. Της ανατροπής του πολιτικού σκηνικού κάτω από τη πίεση της λαϊκής διαμαρτυρίας.
Της αποκαθήλωσης της “ευρωπαϊκής ιδέας”, στο όνομα της οποίας η χώρα μας οδηγήθηκε σε ένα δρόμο με αίμα και δάκρυα για τους εργαζόμενους, αφήνοντας στο διάβα του 1,5 εκ. ανέργους, μια οικονομία σε ερείπια, ανύπαρκτη εθνική και λαϊκή κυριαρχία και τη δημοκρατία ναρκοθετημένη. Τα κόμματα που κυβέρνησαν μέχρι σήμερα θα καταδικαστούν όπως τους πρέπει και όπως ποθεί η πλειονότητα του κόσμου.
Με όλο το το σεβασμό προς τους ανθρώπους που αναζητούν έστω μια ανάσα, με την αλλαγή κυβέρνησης ύστερα από πέντε χρόνια βασάνων, οφείλει κανείς να θέσει το εξής ερώτημα: Ποιες θα είναι οι προοπτικές, μετά από τις εκλογές, για τη ζωή των εργαζομένων και των λαϊκών στρωμάτων; Σ αυτό το ερώτημα απάντηση δεν αποτελεί το “Να φύγουν αυτοί και βλέπουμε”, το αν θα σχηματιστεί κυβέρνηση που θα λέγεται αριστερή ή σωτηρίας, αλλά το αν θα ακολουθήσει ριζικά διαφορετική πολιτική.
Μ’ αυτό δεν αναμετριέται ο Σύριζα, ο οποίος κατά τα φαινόμενα θα αποτελέσει την επόμενη κυβέρνηση με τη μια ή την άλλη μορφή, εφόσον αρνείται να συγκρουστεί με το πλαίσιο της Ευρωζώνης και της ΕΕ. Η κρίση της χώρας μας είναι βαθιά και δομική. Έχει μια δυσλειτουργική παραγωγική δομή, σε μεγάλο βαθμό ως αποτέλεσμα της ένταξής της στην ευρωπαϊκή ενοποίηση και ιδίως στη ζώνη του ευρώ που τη μετέτρεψε σε υπερχρεωμένο, χαμηλού επιπέδου εξάρτημα των πολυεθνικών ομίλων. Η ιστορική πορεία της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ιδίως η αντίδραση των οργάνων της και των ηγεμονικών κρατών στην κρίση αποκάλυψε έμπρακτα ότι είναι εχθρική προς τα εργαζόμενα στρώματα.
Σε αντίθεση με την πλήρη υποστήριξη που προσφέρει στις τράπεζες και τους μεγάλους επιχειρηματικούς ομίλους. Σ αυτό το πεδίο συναντάται με τα εγχώρια ισχυρά συμφέροντα. Η πολιτική των μνημονίων, ή όπως και αν βαφτιστούν, είναι η μόνη δυνατή στα πλαίσια αυτού του οργανισμού, του αθεράπευτα αντιδημοκρατικού. Και ενώ τα ρήγματα και οι αντιθέσεις στους κόλπους της Ευρωζώνης/ΕΕ είναι υπαρκτά και αξιοποιήσιμα, η επιδίωξη φιλολαϊκής μεταμόρφωσής της δεν είναι μόνο ουτοπική, δημιουργεί πλάνες. Για να εφαρμοστεί οποιαδήποτε πολιτική που υπηρετεί τις ανάγκες της κοινωνικής πλειοψηφίας πρέπει να σπάσει αυτό το πλαίσιο, να ακολουθήσουμε ένα άλλο σχέδιο, άλλο δρόμο. Να πατηθούν μονομερώς οι “κόκκινες γραμμές” των Βρυξελλών.
Με ρήξη και αποδέσμευση από όσα μας βούλιαξαν στη χρεοκοπία. Αυτό είναι το συνεκτικό στοιχείο οποιασδήποτε πολιτικής επιδιώκει να αλλάξει τα πράγματα υπέρ της εργαζόμενης πλειοψηφίας. Χωρίς αυτό το στοιχείο, όλα τα άλλα, είτε αφορούν το χρέος, είτε τη βελτίωση της θέσης των εργαζομένων είτε την ανασυγκρότηση της οικονομίας, ακόμη και την αντιμετώπιση της ακραίας φτώχειας, θα είναι φτερό στον άνεμο. Ο λαός μας ψήφισε αρκετές φορές τις τελευταίες δεκαετίες να “φύγει η δεξιά, οι κλέφτες, οι διεφθαρμένοι” Και διαψεύστηκε.
Η ίδια ουσιαστικά πολιτική , με τα ίδια ή άλλα πρόσωπα και πολιτικούς σχηματισμούς, αναδύεται συνεχώς από όλους τους πόρους του συστήματος, από πολιτικά κόμματα που εμφανίζονται έτοιμα να τ αλλάξουν όλα και προσαρμόζονται μέσα από μια πορεία συμβιβασμών, που παρουσιάζονται ως αναγκαίοι για “τα συμφέροντα της χώρας”. Η εργαζόμενη κοινωνία καλείται να σπάσει αυτό τον φαύλο κύκλο με τον δικό της αγώνα. Η πολιτική ενίσχυση της αριστεράς που δεν συμβιβάζεται θα είναι ένα το κρατούμενο την επόμενη ημέρα. Αυτό το μήνυμα κομίζει η Πολιτική Συνεργασία ΑΝΤΑΡΣΥΑ-Μετωπικής Αριστερής Συμπόρευσης.
*υποψήφια βουλευτής Β’ Αθηνών ΑΝΤΑΡΣΥΑ-Μετωπικής Αριστερής Συμπόρευσης.
