Σοφία Βιδάλη
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Φτάσαμε λοιπόν έως εκεί! Να είναι είδηση ότι έγινε διαδήλωση με την αστυνομία άοπλη, χωρίς χειροβομβίδες κρότου-λάμψης και με τη λήξη της διαδήλωσης χωρίς παρεπόμενα καταστροφών. Αμήχανα τα ΜΜΕ μπροστά στο «νέο φαινόμενο», όπως ήταν και για την απόσυρση των προστατευτικών παραπετασμάτων στον Αγνωστο Στρατιώτη.

Η είδηση αναφερόταν με αρκετές δόσεις life-style. Ομως δεν μπορώ να ξεχάσω την έξαψη, σχεδόν ευχαρίστησης, με την οποία περιγράφονταν έως και πρόσφατα σκηνές βίας, συγκρούσεις αστυνομίας-διαδηλωτών, μια έξαρση με χρώματα πολέμου, επικείμενης καταστροφής, που «πρόδιδε» τάχα αγωνίες για την «ευταξία του φόβου», αλλά και την απλοϊκή αμορφωσιά, «το μυαλό της κότας» που θα έλεγε και ο Μ. Χατζιδάκις: ερωτήσεις που καλλιεργούσαν τον φόβο, τον κοινωνικό διχασμό και τον κομματικό χουλιγκανισμό, συσκότιζαν τις πολύπλοκες διαστάσεις των πραγμάτων, συγκάλυπταν δράστες και λεηλατούσαν θύματα, συζητήσεις που το πλαίσιό τους δημιουργούσε νέο ήθος δημόσιου διαλόγου· υστερικό και κυρίως βλαπτικό για τον ψυχισμό και την ισορροπία τηλεθεατών και αναγνωστών.

Τρεις πραγματικότητες διαμορφώθηκαν αυτά τα χρόνια γύρω από τις διαδηλώσεις: η μία ήταν εκείνη όσων «έτρωγαν» τα δακρυγόνα, βίωναν τις αστυνομικές πρακτικές, αυτές των «αγανακτισμένων» δίπλα στους αστυνομικούς, των «μπαχαλάκηδων», με τη λειτουργία της αστυνομίας ως μέρος του προβλήματος. Η άλλη ήταν αυτή των αστυνομικών, που περίμεναν ώρες ολόκληρες όρθιοι, αρματωμένοι σαν αστακοί και ίσως φοβισμένοι ή και οργισμένοι για αυτό που τους συνέβαινε, για αυτούς που τους καθοδηγούσαν, για τους διαδηλωτές, για όλα (ίσως), αλλά πανέτοιμοι να επιδείξουν υπερβάλλοντα ζήλο. Η τρίτη ήταν αυτή των ΜΜΕ. Πραγματικότητα μισή, απλοϊκή και συστηματικά επιλεγμένη.

Δεν θυμάμαι ρεπορτάζ που να αποτυπώνει σοβαρά τις δύο πρώτες πραγματικότητες. Αυτοί που τις ζούσαν, αστυνομικοί και διαδηλωτές, έβλεπαν το βράδυ από την τηλεόραση το βίωμά τους αλλοιωμένο και αλωμένο από τον μιντιακό φανατισμό και την υστερία. Σιγά σιγά οι διαδηλώσεις έγιναν συνώνυμο της βίας, της κρίσης της αγοράς του κέντρου της Αθήνας, πέρασαν στο λαϊκό υποσυνείδητο ως παράνομες ή τουλάχιστον «απαγορευμένες»: εκεί πηγαίνουν όσοι θέλουν να κάνουν φασαρία, οι αναρχικοί (που είναι κακό πράγμα), οι αντιεξουσιαστές (που δεν είναι αναρχικοί, αλλά πώς να τους πει κανείς, αφού βρίζουν την κυβέρνηση), οι τεμπέληδες καθηγητές και φοιτητές (που δεν θέλουν την αξιολόγηση, που τους κάνει καλό). Μέσα από τον λόγο του φόβου, το δικαίωμα έγινε έγκλημα και η λειτουργία της αστυνομίας «συρρικνώθηκε» στην καταστολή των διαδηλώσεων.

Πρόσφατα προέκυψε και αυτό περί αφοπλισμού της αστυνομίας· ποτέ άλλοτε μια θέση που δεν διατυπώθηκε δεν συνάντησε τόσες αντιδράσεις. Δεν ήταν μόνον η εκλογική σκοπιμότητα. Ηταν το κύκνειο άσμα μιας αριστοκρατικής θεώρησης του κόσμου, που «μισεί» και φοβάται αυτούς που βγαίνουν στους δρόμους. Νέος «τρόμος»: αφού στις διαδηλώσεις γίνονται εγκλήματα, τότε τι θα κάνει η αστυνομία, πώς θα αμυνθεί και πώς θα μας προστατεύσει;

Εδώ η αλλοίωση των γεγονότων «αποθεώνεται». Να θυμίσω ότι δεν υπήρξε ούτε ένα θύμα από πυροβόλο όπλο της αστυνομίας όλα αυτά τα χρόνια στη διάρκεια διαδηλώσεων. Θυμίζω ότι όσοι τραυματισμοί, περιστατικά κακομεταχείρισης, παραβιάσεων δικαιωμάτων και κατάχρησης εξουσίας, έγιναν με τη χρήση σωματικής βίας κατά τη διάρκεια συγκρούσεων, αλλά κυρίως μετά, σε άσχετους χώρους, σε προσαγωγές-συλλήψεις (βλ. π.χ. υπόθεση της ζαρντινιέρας).

Θυμίζω ότι η χρήση χειροβομβίδων κρότου-λάμψης που είχε τα περισσότερα θύματα είναι αποτέλεσμα σχεδιασμού και στρατηγικής απώθησης της διασάλευσης της δημόσιας τάξης κ.λπ. Επισημαίνω, τέλος, ότι η δολοφονία Γρηγορόπουλου δεν θα γινόταν εάν δεν οπλοφορούσαν και εάν ήταν εκπαιδευμένες σε μια άλλη αστυνόμευση οι μονάδες της αστυνομίας.

Θα περίμενε λοιπόν κάποιος, όχι βέβαια τη συγγνώμη για όσα ειπώθηκαν, για τις μισές αλήθειες και τα πολλά ψέματα, αλλά μια αυτοκριτική από όσους τα είπαν· όχι επειδή είπαν ψέματα, αλλά επειδή συρρίκνωσαν το νόημα της δημόσιας τάξης στη ρίψη δακρυγόνων, χλεύασαν οποιαδήποτε άλλη άποψη και, κυρίως, επειδή μετέτρεψαν ένα κεκτημένο συνταγματικό δικαίωμα σε έγκλημα. Κάτι, τέλος πάντων, θα ήταν σωστό να ακουστεί για το ότι υπάρχει και άλλος τρόπος. Ή μήπως αυτό δεν «πουλάει»;

* Καθηγήτρια ΔΠΘ