Τα οικονομικά μοντέλα της αγοράς προσλαμβάνουν τους ανθρώπους σαν ψυχρά, ορθολογικά και απλοποιημένα ρομπότ που διαγκωνίζονται μεταξύ τους προκειμένου να μεγιστοποιήσουν το καθένα για λογαριασμό του το όποιο όφελος. H ιστορία όμως μιας χούφτας Ελληνίδων, των καθαριστριών του υπουργείου Οικονομικών, που απολύθηκαν βάναυσα προκειμένου να επιτευχθούν τα νούμερα, οι ποσοτικές δεσμεύσεις του προγράμματος και ο «εξορθολογισμός» των δαπανών του Δημοσίου, δημιουργεί ερωτήματα γι’ αυτά τα μοντέλα. To δράμα αυτών των γυναικών, ο αγώνας τους, ο θρίαμβος του ΣΥΡΙΖΑ και η επικείμενη επαναπρόσληψή τους επαναφέρουν την ιδέα ότι αντικείμενο της οικονομικής επιστήμης δεν είναι τα δημοσιονομικά μεγέθη, το ΑΕΠ και οι άλλοι αριθμοί, αλλά η ανθρώπινη ύπαρξη, οι οικογένειες.
Οπως χαρακτηριστικά σημειώνει η Βρετανίδα αρθρογράφος Heather Stewart στον χθεσινό Guardian, o ερχομός της Μάργκαρετ Θάτσερ το 1979 ήταν η απαρχή μιας νέας εποχής ατομικισμού. Η αγορά αποτέλεσε την απόλυτη έκφραση του υπολογιστικού ορθολογισμού της δράσης των ατόμων και οι αξίες της -ανταγωνισμός, ιδιοτέλεια, ακόμη και η πλεονεξία- ήταν οι θεμελιώδεις κινητήριες δυνάμεις της ζωής.
Αυτός όμως ο «άνθρωπος economicus», που έπλασαν τα οικονομικά συστήματα, είχε μια μεγάλη αδυναμία: Δεν μπορούσε με τίποτα να είναι γυναίκα, λέει η δημοσιογράφος Κατρίν Μαρκάλ. Μπορεί ο Ανταμ Σμιθ να υπερθεμάτισε υπέρ των ατόμων που δρουν από ιδιοτέλεια στην αγορά και στο τέλος το όφελος είναι συνολικό για την κοινωνία, μπορεί να μίλησε για το γνωστό «αόρατο χέρι» που έρχεται να εξισορροπήσει τα πάντα, όμως στο τέλος το… φαγητό που ίδιος έφαγε του το μαγείρεψε η μαμά του… «η παλιά, πιστή, καλή μαμά», τονίζει η Μαρκάλ. Η δραστηριότητα αυτή, όμως, όπως και το καθάρισμα, η φροντίδα των παιδιών, η αλλαγή πάνας, εξαιρέθηκε συστηματικά από τα μοντέλα των οικονομολόγων. Ο Ανταμ Σμιθ και οι υπόλοιποι πρωτοπόροι συνάδελφοί του διερωτήθηκαν πώς ένα καρβέλι ψωμί φτάνει στο τραπέζι. Απάντησαν ότι αυτό έγινε μέσω της δυσάρεστης, αλλά χρήσιμης ιδιοτέλειας του γεωργού, που καλλιέργησε το στάρι, του μυλωνά που άλεσε, του φούρναρη που ζύμωσε, κ.λπ.
Θεώρησαν δεδομένο ότι κάποιος πήγε (ανιδιοτελώς) στο μαγαζί, αγόρασε το ψωμί, το έκοψε σε φέτες, το ζέστανε, του έβαλε βούτυρο και το τοποθέτησε σε πιάτο. Και ακόμη, έστρωσε τα κρεβάτια, μαγείρεψε το φαγητό των παιδιών, καθάρισε το σπίτι. Αυτή η φροντίδα -που κατά κύριο λόγο πραγματοποιείται από γυναίκες- είναι επί της ουσίας ένας φυσικός πόρος που οι οικονομολόγοι αγνοούν. Ετσι, ρόλοι όπως η νοσοκόμα, η νοικοκυρά ή η καθαρίστρια υποτιμώνται, ενώ υπό αυτήν τη θέαση παρανοούνται και τα ανθρώπινα κίνητρα. Ο άνθρωπος economicus, όπως τον φαντάζονται οι οικονομολόγοι, δεν έχει συναισθήματα, οικογενειακές συνδέσεις, ταξική συνείδηση ή φιλίες. Είναι μια απλή μηχανή μεγιστοποίησης της ωφελιμότητας.
Η ορθολογιστική οπτική επικράτησε γιατί απευθύνθηκε στην επιθυμία των ανθρώπων να αποσπαστούν από τον περίπλοκο και γεμάτο αβεβαιότητες κόσμο της αγάπης και του καθήκοντος. Επέτρεψε στους αριθμολάγνους να κατασκευάζουν μοντέλα στα οποία περιλαμβάνουν ολόκληρες οικονομίες.
«Ομως η οικονομική επιστήμη θα έπρεπε να αποτελεί ένα εργαλείο που μετατρέπει ένα κοινωνικό όραμα σε σύγχρονο οικονομικό σύστημα. Θα έπρεπε να είναι ένα εργαλείο για τη δημιουργία ευκαιριών για την ανθρώπινη και την κοινωνική ανάπτυξη και όχι να αντιμετωπίζει τους φόβους μας όπως αυτοί εκφράζονται στην αγορά – με τη μορφή της ζήτησης».
Η ελπίδα και μια σειρά από άλλα ανακατεμένα συναισθήματα χρειάζεται να επανέλθουν, όχι μόνο στους δρόμους της Αθήνας αλλά και στην καρδιά της οικονομικής επιστήμης.
