Σε επιστολή που έστειλε στην εφημερίδα Publico και στο ραδιόφωνο TSF μέσω του δικηγόρου του, ο σοσιαλιστής πρώην πρωθυπουργός, Ζοζέ Σόκρατες, δηλώνει για ακόμη μία φορά αθώος για τις κατηγορίες διαφθοράς και φοροδιαφυγής που αντιμετωπίζει και στην ουσία υποστηρίζει ότι όλα αυτά είναι κατασκευασμένα «ψέματα» για τα οποία οι υπεύθυνοι θα πρέπει να δώσουν λόγο στη δικαιοσύνη.
«Η κράτηση και η ανάκρισή μου συνιστούν κακοποίηση», αναφέρεται στην επιστολή, «οι κατηγορίες εναντίον μου είναι παράλογες, άδικες και αβάσιμες και η προφυλάκισή μου είναι μη δικαιολογημένη κι αποτελεί έναν ανέξοδο τρόπο ταπείνωσής μου».
Ο Σόκρατες έχει ήδη αφήσει να εννοηθεί ότι οι κατηγορίες εναντίον του κρύβουν πολιτικές σκοπιμότητες, ωστόσο προσπάθησε να αφήσει το κόμμα του έξω από αυτή την υπόθεση, δηλώνοντας ότι «αφορά αυτόν και μόνο αυτόν» και πως το Σοσιαλιστικό Κόμμα, στο οποίο πλέον είναι απλό μέλος, δεν θα πρέπει να αναμειχθεί στη διαδικασία. Ορισμένοι αναλυτές υποστηρίζουν ότι η υπόθεση Σόκρατες μπορεί να προκαλέσει προβλήματα στο Σοσιαλιστικό κόμμα -που τώρα βρίσκεται μπροστά τις δημοσκοπήσεις- ενόψει των βουλευτικών εκλογών τον επόμενο χρόνο.
Μετά από τρεις ημέρες ανάκρισης, στον Σόκρατες απαγγέλθηκαν τη Δευτέρα κατηγορίες για διαφθορά, φορο-απάτη και ξέπλυμα μαύρου χρήματος και το δικαστήριο διέταξε να παραμείνει προφυλακισμένος. Το έγκλημα της διαφθοράς τιμωρείται στην Πορτογαλία με οκτώ χρόνια φυλάκισης.
Δεν είναι ακόμα σαφές εάν η υπόθεση αυτή, που φέρει την κωδική ονομασία «Υπόθεση Marquis», αφορά την περίοδο που ο Σόκρατες ήταν πρωθυπουργός. Στη διάρκεια της πολιτικής του διαδρομής, ο πρώην πρωθυπουργός είχε καταφέρει να ξεπεράσει αρκετές έρευνες εναντίον του, μεταξύ αυτών κατηγορίες για κατάχρηση εξουσίας όταν ήταν υπουργός Περιβάλλοντος το 2002 και έδωσε άδεια ανέγερσης εμπορικού κέντρου. Έχει αρνηθεί όλες τις κατηγορίες και δεν απαγγέλθηκαν ποτέ μέχρι σήμερα επίσημα κατηγορίες εναντίον του.
Ο Σόκρατες παραιτήθηκε από την πρωθυπουργία στο μέσον της δεύτερης τετραετούς θητείας του, το 2011, και ενώ η τρόικα, με την οικονομική κρίση να κλιμακώνεται, υποχρέωσε την κυβέρνηση να υιοθετήσει επώδυνα μέτρα λιτότητας στη χώρα με αντάλλαγμα την οικονομική στήριξή της.
