Ας τον πούμε Γιάννη. Πρωτοετής στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Οταν οι σφαίρες του Επαμεινώντα Κορκονέα δολοφονούν τον Αλέξη Γρηγορόπουλο διατρέχει τα δώδεκα· μαθητής της Α’ Γυμνασίου. Συμμετέχει, κυρίως τα επόμενα χρόνια, στις εκδηλώσεις μνήμης για τον αδικοχαμένο συμμαθητή στο σχολειό του και τα αστυνομικά τμήματα της περιοχής. Πρόκειται για έναν φόρο τιμής, ένα ετήσιο γραμμάτιο που εξοφλούν τα περισσότερα παιδιά της ηλικίας του. Οι απαιτήσεις των Πανελλαδικών και τα φροντιστήρια δεν του επιτρέπουν να δώσει το «παρών» για καιρό.
Για πρώτη του φορά κατεβαίνει σε πορεία στο κέντρο. Με κολλητούς απ’ τη γειτονιά, συμφοιτητές και δυο κορίτσια που παραθερίζουν μαζί. Επτά-οκτώ όλοι κι όλοι. Ο Γιάννης προέρχεται από αριστερή οικογένεια. Ο ίδιος έχει μια συγκεχυμένη εικόνα για την πολιτική και τις ιδεολογίες. Φέτος αρχίζει να ψάχνεται. Ξεσκονίζει τη βιβλιοθήκη των γονιών του, αγοράζει δικά του βιβλία, αλλά κάθε ζήτημα που φωτίζει γεννά δυσεπίλυτα ερωτήματα. Βρίσκεται αντιμέτωπος με κάποιου τύπου θεωρητική λερναία ύδρα. Του αρέσει η επικείμενη αναμέτρηση, όσο κι η θολούρα. Προκαλεί νέες αναζητήσεις, ανοίγει δρόμους. Αντιπαθεί τις στέρεες βεβαιότητες.
Ωσεί παρόντες στα Προπύλαια ο νεκρός Αλέξης και ο φίλος του Νίκος Ρωμανός, που παίζει τη ζωή του κορόνα-γράμματα για την ισονομία, την οποία του στερεί η αυτιστική και πανικόβλητη εξουσία. Τα γύρω μέρη κατακλύζονται από πάνοπλους άνδρες των ΜΑΤ, έτοιμους να κατασπαράξουν τους νέους που σκέπτονται, τους νέους που αντιστέκονται, τους νέους γενικώς. Η νεότητα είναι ωραία, αστραφτερή, υπερήφανη, ελπιδοφόρα. Ο,τι ακριβώς μισούν οι σκοτεινοί υποτελείς των μνημονίων.
Νιώθει ο Γιάννης την ευφορία της παράδοσης του «εγώ» στο «εμείς», αντλεί δύναμη από τη διάχυση του ατομικού στο συλλογικό. Η διαδήλωση κατηφορίζει την Πανεπιστημίου. Οι ΜΑΤατζήδες ελλοχεύουν στα στενά. Η αίσθηση της κοινότητας διαιρεί τον φόβο, τον κάνει δεκαπέντε χιλιάδες κομμάτια και σε λίγο τον εξαφανίζει εντελώς. Στο Σύνταγμα σμίγουν με τους Σύρους πρόσφυγες, που αγωνίζονται κι αυτοί για την εφαρμογή του νόμου. Ακολουθεί τον κύριο κορμό της πορείας όταν η ΕΛ.ΑΣ. τη διεμβολίζει με σιδηρά πυγμή.
Αργότερα, πέριξ των Εξαρχείων, ορδές αστυνομικών κυνηγούν την παρέα. Καταφεύγουν στο Nosotros, που, κάθε άλλο παρά τυχαία, σημαίνει «εμείς». Επί ώρες το να βγεις έξω φαντάζει αδιανόητο. Ολόκληρη η περιοχή είναι αποκλεισμένη. Κάτοικοι και θαμώνες, όμηροι κυριολεκτικά. Κατεχόμενη ζώνη στο κέντρο της Αθήνας. Από την ταράτσα βλέπει να πυρπολούνται κάδοι σκουπιδιών από τύπους με κουκούλες.
Σαν κι αυτούς που η βουλευτής Μαρία Μπόλαρη διαβεβαιώνει πως είναι ασφαλίτες με περιβολή αναρχικού. Μια αύρα κάνει την εμφάνισή της. Βομβαρδίζει με νερό τους περαστικούς. Και τους όψιμους εχθρούς της έννομης τάξης: τα περίπτερα. Μαθαίνει ότι οι ασπιδοφόροι τοποθετούν μπουκάλια με βενζίνη και στουπί στα σακίδια συλληφθέντων και τις υπόλοιπες βαρβαρότητές τους. Επιστρέφει στο σπίτι νωρίς το πρωί. Μπαρουτοκαπνισμένος. Εζησε στο θέατρο ενός ακραίου πολέμου. Τον πνίγει η πικρή εμπειρία της αδικίας. Είναι εξοργισμένος. Το βάπτισμα του πυρός δεν τον πτόησε. «Ασφαλώς και θα πάω στην επόμενη συγκέντρωση» μου λέει μ’ ένα υποχθόνιο χαμόγελο. Η τακτική της τρομοκρατίας οδηγεί στα αντίθετα αποτελέσματα.
