H ταύτιση με ένα συγγραφέα δεν είναι πάντα καλή για τους ηθοποιούς. Μπορεί και να σημαίνει ότι έχουν περιορισμένη γκάμα. Στην περίπτωση της διάσημης Βρετανίδας Μπίλι Γουάιτλο, που πέθανε χθες στα 83 της χρόνια ύστερα από μακρόχρονη αρρώστια, η ταμπέλα «ηθοποιός και μούσα του Μπέκετ», που την ακολουθούσε σε όλη τη ζωή της, ήταν το μεγαλύτερο κομπλιμέντο. Ειδικά αν σκεφτεί κανείς ότι αυτός ο πολύ δύσκολος και απαιτητικός συγγραφέας την είχε περιγράψει ως την «τέλεια ηθοποιό» και είχε γράψει γι’ αυτήν ειδικά το έργο του «Νot I» (Οχι εγώ), ένα μονόλογο 16 λεπτών στον οποίο φαίνεται μόνο το στόμα του ηθοποιού μέσα σε πλήρες σκοτάδι (τον έπαιξε το 1973). «Με χρησιμοποιούσε σαν ένα κομμάτι γύψο που το έβαζε σε καλούπι μέχρι να βρει τη σωστή φόρμα», είχε πει η ίδια.
Συναντήθηκαν πρώτη φορά το 1964 όταν η Γουάιτλο έπαιξε στο Old Vic, στο έργο του «Play». Eνας άνδρας και δύο γυναίκες, η σύζυγος και η ερωμένη του, είναι χωμένοι μέσα σε τεράστιες, ύψους δυο μέτρων και κάτι, τεφροδόχους. Οχι και η πιο εύκολη συνθήκη για έναν ηθοποιό. Η Γουάιτλο πήρε το βάπτισμα του πυρός στον κόσμο του κορυφαίου συγγραφέα με επώδυνο τρόπο. «Ηταν ένα εργαλείο βασανιστηρίων», είπε πολλά χρόνια μετά στον βιογράφο του Μπέκετ, Τζέιμς Νόλσον. «Ο ψυχίατρός μου ήρθε να δει τι κάνουμε και μου είπε ότι αν έπαιζα κάθε βράδυ θα τρελαινόμουνα εντελώς».
Απτόητη, όμως, η Γουάιτλο συνέχισε τη συνεργασία της με τον Μπέκετ. Επαιξε σε έξι έργα του, ανάμεσά τους το «Footfalls» (Βήματα), το «Ω, οι ευτυχισμένες μέρες» (1979) και το «Λίκνισμα» (1981). «Αν στο “Οχι εγώ” ένιωθα σαν αθλητής και μουσικό όργανο, στα “Βήματα” ένιωθα σαν κινούμενος, μουσικός πίνακας του Μουνκ», έχει πει.
Οσο, όμως, κι αν εξελίχθηκε σε σύμβολο της δραματουργίας του Μπέκετ, η Μπίλι Γουάιτλο δεν περιόρισε στο δικό του ρεπερτόριο την καριέρα της. Το 1962 ο Λόρενς Ολίβιε την πρόσεξε σε παράσταση στο Γουέστ Εντ και την ενέταξε στον θρυλικό θίασο που μάζεψε στο Εθνικό Θέατρο, εκεί όπου μοιραζόταν το καμαρίνι της με την Τζόαν Πλουοράιτ και τη Μάγκι Σμιθ. Ανάμεσα σε άλλους ρόλους έπαιξε τη Δυσδαιμόνα, με Οθέλο τον Ολιβιέ, και ο Κένεθ Τάιναν την αποκάλεσε «θηλυκή εκδοχή του Αλμπερτ Φίνεϊ». Πέρασε ένα φεγγάρι και από τη Royal Shakespeare Company, όπου διέπρεψε ως Ανδρομάχη και θεά Αθηνά στον επικό κύκλο «The Greeks» του Τζον Μπάρτον.
Η μούσα τού Μπέκετ ήταν ακόμη μια πολύ δημοφιλής ηθοποιός στο πλατύ κοινό, κυρίως μέσα από την πληθωρική συμμετοχή της σε τηλεταινίες και σίριαλ, ενώ και η κινηματογραφική της καριέρα δεν ήταν καθόλου ευκαταφρόνητη. Επαιξε στο «Φρενίτις» του Χίτσκοκ (1972), στην «Προφητεία» του Ρίτσαρντ Ντόνερ (1976) και στους «Αδελφούς Κρέι» του Πίντερ Μέντακ. Και να σκεφτείτε ότι είχε κάποτε πει: «Θα μπορούσα με την ίδια ευκολία να είχα γίνει καλόγρια, πόρνη ή και τα δύο».
