Καταπέλτη για τις μεγάλες τράπεζες της Wall Street αποτελεί η έκθεση της αμερικανικής Γερουσίας για τον τρόπο με τον οποίο χειραγώγησαν επί χρόνια τις τιμές των εμπορευμάτων.
Σύμφωνα με την έκθεση, η Goldman Sachs, η Morgan Stanley και η JP Morgan επένδυσαν τεράστια ποσά προκειμένου να αποκτήσουν τον έλεγχο ορυχείων, τάνκερ μεταφοράς αργού πετρελαίου, αγωγών, διυλιστηρίων, εργοστασίων ενέργειας, αποθηκών εμπορευμάτων και εταιρειών εμπορίας.
Στόχος τους ήταν η προνομιακή πληροφόρηση και ο έλεγχος της «φυσικής αγοράς» του αλουμινίου, του χαλκού, του πετρελαίου, του ηλεκτρικού ρεύματος και των άλλων εμπορευμάτων, για να χειραγωγήσουν τις τιμές σε επίπεδα που ευνοούσαν τις θέσεις τους στα παράγωγα χρηματοοικονομικά προϊόντα (futures).
Η Goldman Sachs, για παράδειγμα, χρησιμοποίησε τα τεράστια αποθέματα αλουμινίου που διατηρούσε σε αποθήκες κοντά στο Ντιτρόιτ προκειμένου να προκαλεί καθυστερήσεις στις συμφωνίες παράδοσης και να δημιουργεί τεχνητές ελλείψεις με απώτερο στόχο το φούσκωμα της τιμής του μετάλλου. Η άνοδος της τιμής περνούσε στους παραγωγούς αναψυκτικών και μπίρας, οι οποίοι με τη σειρά τους τις μετακύλιαν στους καταναλωτές.
Ανάλογη «μηχανή» είχε στηθεί και με τα τάνκερ που είχαν στην κατοχή τους οι τράπεζες. Αυτά διακρατούσαν στις δεξαμενές τους αργό πετρέλαιο προκαλώντας έλλειψη και έτσι κρατούσαν τεχνητά τις τιμές σε υψηλά επίπεδα.
Μεταξύ των πολλών «παραγωγικών» επενδύσεων στις οποίες προέβησαν οι τράπεζες τα τελευταία χρόνια, η επιτροπή της Γερουσίας μνημόνευσε την αγορά ανθρακωρυχείων στην Κολομβία, εταιρειών συναλλαγών ουρανίου και του κολοσσού διαχείρισης αποθηκών εμπορευμάτων Metro International από την Goldman Sachs, τις συμμετοχές της Morgan Stanley στον τομέα της μεταφοράς πετρελαίου και φυσικού αερίου και τα μερίδια της JP Morgan σε επιχειρήσεις ηλεκτρισμού και μετάλλων.
