Μια σημαντική προσθήκη στην ελληνική φιλολογία για τον νεαρό Μαρξ κάνει το ως άνω βιβλίο που κυκλοφόρησε μόλις από τις εκδόσεις Ήτορ.
Το βιβλίο περιλαμβάνει το δοκίμιο του επιφανούς Ούγγρου μαρξιστή Γκέοργκ Λούκατς Συμβολή στη φιλοσοφική εξέλιξη του νεαρού Μαρξ (1840-44), δημοσιευμένο το 1954 στα Deutsche Zeitschrift für Philosophie (μια ρωσική εκδοχή του μπορεί να είχε εμφανιστεί πιο πριν). Περιλαμβάνει ακόμη δυο αυτοβιογραφικά κείμενα του Λούκατς, «Ο δρόμος μου προς τον Μαρξ» (1933) και «Υστερόγραφο στο “Ο δρόμος μου προς τον Μαρξ”» (1957). Η προσεγμένη μετάφραση και επιμέλεια έγιναν αντίστοιχα από τον Νίκο Φούφα και την Ηώ Δούκα.

Οι πραγματείες και τα άρθρα για τον νεαρό Μαρξ εστιάζουν συχνά σχεδόν μόνο στα Οικονομικά και Φιλοσοφικά Χειρόγραφα του 1844, λόγω της προφανούς τους σημασίας ως σημείου μετάβασης του Μαρξ στον κομμουνισμό και ως πρώτης διατύπωσης του ιστορικού υλισμού και της κριτικής του στον καπιταλισμό. Η ιδιαίτερη αξία του δοκιμίου του Λούκατς από αυτή την άποψη έγκειται στο γεγονός ότι συζητά όλη την πορεία μέσω της οποίας ο Μαρξ πέρασε στον κομμουνισμό. Σε αυτή την πορεία εξετάζει ως διαδοχικούς σταθμούς τη διδακτορική διατριβή του Μαρξ για τον Επίκουρο, τη δημοσιογραφία του στην Εφημερίδα του Ρήνου, την κριτική του στη χεγκελιανή φιλοσοφία του δικαίου, τη μετάβασή του από την επαναστατική δημοκρατία στο σοσιαλισμό και, ως στιγμές αυτής της μετάβασης, την αρθρογραφία του Μαρξ στα Γερμανογαλλικά Χρονικά και τα Χειρόγραφα του 1844. Φυσικά, στο δοκίμιο ο Λούκατς καταπιάνεται μόνο με τα κύρια σημεία, παραλείποντας πολλές όχι ασήμαντες «δευτερεύουσες» πλευρές. Το κάνει όμως με διεισδυτικότητα, ώστε αυτά τα σημεία να διευκρινίζονται ολόπλευρα, θέτοντας έτσι ένα σωστό και ακριβές μαρξιστικό πλαίσιο για την παραπέρα έρευνα.
Η ώθηση που παρακίνησε τον Λούκατς στη συγγραφή αυτού του δοκιμίου, όπως αναφέρει ο ίδιος στην Εισαγωγή του, ήταν η δημοσίευση από τις αρχές της δεκαετίας του 1930 των νεανικών έργων του Μαρξ από το Ινστιτούτο Μαρξ-Ένγκελς-Λένιν στη Μόσχα υπό τον Νταβίντ Ριαζάνοφ. Η διαθεσιμότητα πολλών ως τότε άγνωστων γραπτών έκανε δυνατή αλλά και αναγκαία μια πρώτη παρουσίαση της διανοητικής διαδρομής μέσω της οποίας ο Μαρξ έγινε ο Μαρξ και σε αυτό το καθήκον συμβάλλει ο Λούκατς με τη συγκεκριμένη εργασία του.
Η κύρια θέση του Λούκατς, διατυπωμένη επίσης στην Εισαγωγή, είναι ότι ο Μαρξ ως τα 1843 εστιάζει στην υλιστική αντιστροφή της χεγκελιανής διαλεκτικής, αγωνιζόμενος να υπερβεί τον ιδεαλισμό χωρίς να απωλέσει, όπως ο Φόιερμπαχ, τα επιτεύγματα του Χέγκελ. Μόνο στα 1843-44 το ενδιαφέρον του στρέφεται βαθμιαία στο σοσιαλισμό (μέσω της κριτικής επαφής με τους ουτοπικούς σοσιαλιστές) και στην κριτική του καπιταλισμού (μέσω της μελέτης της αστικής πολιτικής οικονομίας). Αναπτύσσοντας το επιχείρημά του, ο Λούκατς δίνει ιδιαίτερη έμφαση στη στενή, άρρηκτη σύνδεση του προχωρήματος του Μαρξ προς τον επιστημονικό σοσιαλισμό με τις μεγάλες κοινωνικές διεργασίες της περιόδου, όταν κυοφορούνταν οι ευρωπαϊκές επαναστάσεις του 1848:
«Στον νεαρό Μαρξ, η ταχεία και αποφασιστική ανάδειξη… των χαρακτηριστικών του διανοητικού του χαρακτήρα είναι κάτι πολύ περισσότερο από την απλή προχειρότητα μιας μεγάλης ιδιοφυίας. Είναι λίγες οι κοσμοϊστορικές προσωπικότητες στις οποίες μπορεί να παρατηρηθεί μια τόσο στενή σύμπτωση της ατομικής και της γενικής κοινωνικής εξέλιξης όσο στην περίπτωσή του. Η διαδικασία της υπέρβασης του εγελιανισμού, της υπέρβασης του Φόιερμπαχ, της καθιέρωσης της υλιστικής διαλεκτικής συμπίπτει στην πορεία του με την εξέλιξη από τη σκοπιά της επαναστατικής δημοκρατίας προς τον συνειδητό σοσιαλισμό. Και οι δυο γραμμές αποτελούν μια αναγκαία ενότητα, αλλά η όλη διαδικασία λαμβάνει χώρα –καθόλου τυχαία– σε εκείνη την περίοδο της γερμανικής ιστορίας κατά την οποία –μετά την άνοδο του Φρειδερίκου Γουλιέλμου Δ΄ στον θρόνο της Πρωσίας, μετά τη ρομαντική-αντιδραστική στροφή της πρωσικής εξωτερικής πολιτικής– μια γενική πολιτική και ιδεολογική ζύμωση ξεκινά στη Γερμανία, η προπαρασκευαστική περίοδος της επανάστασης του 1848…
Δεν είναι τυχαίο ότι η αποσαφήνιση και η εδραίωση της σοσιαλιστικής κοσμοθεωρίας του νεαρού Μαρξ συνέπεσε με την πρώτη επαναστατική εμφάνιση του γερμανικού προλεταριάτου, με την εξέγερση των υφαντών της Σιλεσίας το 1844… Η ιδεολογική πορεία [του Μαρξ] αρχίζει με την κριτική και την αναδιοργάνωση της ιδεαλιστικής διαλεκτικής του Χέγκελ και φτάνει στον στόχο της στην υλιστική αντιστροφή της. Πρόκειται αρχικά για μια διαδικασία εντός της γερμανικής φιλοσοφίας· η στροφή στον υλισμό πραγματοποιείται επίσης υπό την επιρροή ενός Γερμανού στοχαστή: του Λούντβιχ Φόιερμπαχ. Οι δυο άλλες πηγές του μαρξισμού, τις οποίες υπογράμμισε ο Λένιν, προστίθενται μόνο σε μεταγενέστερο στάδιο της εξέλιξης, και συγκεκριμένα με τον εξής τρόπο: στην αρχόμενη κρίση του επαναστατικού δημοκρατισμού στον νεαρό Μαρξ –από το 1843 και εξής– αρχίζουν πρώτα να επιδρούν τα επιτεύγματα των ιστορικών της γαλλικής Παλινόρθωσης, καθώς και ο πνευματικός πλούτος του ουτοπικού σοσιαλισμού και οι εμπειρίες της διάλυσής του, κυρίως στις γαλλικές μορφές εμφάνισής του· και έπειτα, μόνο κατά την οριστική εμβάθυνση και εδραίωση της νέας κοσμοθεωρίας –από το 1844 και εξής– αρχίζει να ασκεί επίδραση πάνω του η αγγλική οικονομία. Αυτές είναι οι κοσμοϊστορικά σημαντικές στιγμές στην ανάπτυξη του νεαρού Μαρξ» (σελ. 8-10).
Ποια όμως είναι η θέση και ο ρόλος της κάθε στιγμής, του κάθε σταθμού, στην εξέλιξη της σκέψης του νεαρού Μαρξ;
Σε διάκριση από άλλους σχολιαστές, ο Λούκατς αποδίδει μεγάλη σημασία στη διδακτορική διατριβή του Μαρξ για τον Επίκουρο.
Βλέποντας σε αυτή την αφετηρία της συγκρότησης του Μαρξ ως ενός μαχητικού και άθεου επαναστάτη, που θα τον οδηγήσει στον κομμουνισμό, τονίζει την εξαιρετική διεισδυτικότητα με την οποία ο Μαρξ ανιχνεύει τις ιδιαιτερότητες του υλισμού του Επίκουρου και τις διαλεκτικές μετατοπίσεις του απέναντι στο μηχανιστικό υλισμό του Δημόκριτου. Ενώ πολλοί στην εποχή του συνέχεαν ή ταύτιζαν τα δυο υλιστικά συστήματα του Δημόκριτου και του Επίκουρου –μια άποψη που την υποστήριζε ακόμη και ο Χέγκελ– ο Μαρξ είναι ήδη ικανός να εκτιμήσει τις μεγάλες προόδους του Επίκουρου προς την κατεύθυνση της διαλεκτικής της φύσης και της θέσης του ανθρώπου μέσα σε αυτή. Όπως το θέτει ο Λούκατς:
«Το μεγάλο φιλοσοφικό-ιστορικό επίτευγμα που πετυχαίνει εδώ ο νεαρός Μαρξ έγκειται στο γεγονός ότι όχι μόνο στρέφεται προς την υλιστική παράδοση αλλά προσπαθεί επίσης να εντοπίσει τις απαρχές της διαλεκτικής στη διδασκαλία ενός από τους σημαντικότερους εκπροσώπους της. Βρίσκει αυτές τις απαρχές στη θεωρία του Επίκουρου για το άτομο, σε αντίθεση με εκείνη του Δημόκριτου, στην οποία δεν υπάρχει ακόμη κανένα ίχνος διαλεκτικής. Επεξεργάζεται αυτή τη διαφορά σε όλες τις διατάξεις της ατομικής θεωρίας, αποδεικνύοντάς την με βάση την επικούρεια διδασκαλία για την πτώση των ατόμων, την απώθησή τους, το μέγεθος, τη βαρύτητα, το σχήμα και την ποιότητά τους… Ο Μαρξ δείχνει ότι ο Δημόκριτος αναγνωρίζει μόνο μια αυστηρά μηχανική αναγκαιότητα και επομένως αρνείται την τύχη, ενώ η επικούρεια φιλοσοφία περιέχει τις απαρχές μιας διαλεκτικής θεώρησης της τύχης, η οποία ανοίγει τον δρόμο προς την ελευθερία για τον άνθρωπο… Οι διαφορές αυτές συνδέονται στενά με το γεγονός ότι ο Δημόκριτος, όπως τονίζει, ο Μαρξ, δημιούργησε μόνο μια φιλοσοφία της φύσης, ενώ η ατομική φιλοσοφία του Επίκουρου περιέχει επίσης κατηγορίες που αναφέρονται στους καθοριστικούς παράγοντες της ανθρώπινης και κοινωνικής ζωής» (σελ. 17-18).
Ένα κενό στην ανάλυση του Λούκατς, ο οποίος ως τη δεκαετία του 1960 δεν είχε ενδιαφερθεί ιδιαίτερα για τις φυσικές επιστήμες, είναι η απουσία αναφοράς στην επικούρεια παρέκκλιση από την ευθεία γραμμή, στην οποία δίνει τεράστια έμφαση ο Μαρξ. Δεν πρόκειται μόνο για μια πρώιμη φιλοσοφική διατύπωση του σύμφυτου δυναμισμού των ατόμων που αναγνωρίστηκε χιλιετίες αργότερα στην κβαντική φυσική (ο κυματοσωματιδιακός δυϊσμός με τις συνέπειές του, πείραμα διπλής σχισμής, φαινόμενο σήραγγος, κοκ), αλλά και το αποφασιστικό διαλεκτικό, αθεϊστικό και αντιθεολογικό στοιχείο στη φιλοσοφία του Επίκουρου. Τονίζοντας το σύμφυτο δυναμισμό της ύλης –όπως ουσιαστικά αναγνωρίζει ο Μαρξ στην πολεμική του στους θεολογικούς στοχαστές και φιλοσόφους (Αυγουστίνος, Κικέρων, κοκ), που αμφισβητούσαν αυτή την καινοτομία του Επίκουρου– η παρέκκλιση δίνει μια κοσμοθεωρητική βάση στην αμφισβήτηση κάθε κατεστημένης κοινωνικής δομής, εξουσίας, κοκ, εκεί που η ευθύγραμμη κίνηση του Δημόκριτου ήταν μόνο κατάλληλη για να τεκμηριωθεί η αδυναμία της ποιοτικής αλλαγής και η αιωνιότητα της κατεστημένης τάξης. Στην κατανόηση αυτών των σημείων από τον Μαρξ γίνονται ήδη ορατά η οξυδέρκεια, ο ριζοσπαστισμός και η εναντίωσή του σε κάθε υπερφυσικά δοσμένη αυθεντία που η συνεπής ανάπτυξή τους τον οδήγησε αναγκαία στον κομμουνισμό.
Βέβαια στα χρόνια της συγγραφής της διδακτορικής του διατριβής (1839-41) ο Μαρξ παρέμενε ακόμη ένας αριστερός χεγκελιανός, κριτικά δεσμευμένος στον ιδεαλισμό του Χέγκελ. Ενώ αναγνώριζε στη διδακτορική του διατριβή ότι η υλισμός του Επίκουρου παρέχει μια επαρκή αθεϊστική ερμηνεία της φύσης, εμπεριέχοντας επίσης μια ανθρωπιστική θεώρηση της ζωής, ταυτόσημη με το διαφωτισμό, θεωρούσε παρ’ όλα αυτά την ιδεαλιστική χεγκελιανή διαλεκτική ικανή να περιλάβει το σύνολο αυτών των επιτεύξεων, παρέχοντας ταυτόχρονα μια ανώτερη κατανόηση της ανθρώπινης ιστορίας. Η συνειδητοποίηση ότι το Απόλυτο Πνεύμα του Χέγκελ ήταν απλά ένα φιλοσοφικό ισοδύναμο του Θεού ήταν ακόμη έξω από το διανοητικό ορίζοντά του (παρ’ όλες τις επιφυλάξεις του, εκφρασμένες ήδη το 1837 σε μια επιστολή του στον πατέρα του).
Η διάλυση αυτής της ψευδαίσθησης επρόκειτο να είναι η αποφασιστική καμπή στην υλιστική μεταστροφή του Μαρξ, την οποία σκιαγραφεί διεισδυτικά ο Λούκατς. Καταλύτης υπήρξε εδώ η εμφάνιση στα 1841 του Η Ουσία του Χριστιανισμού του Φόιερμπαχ, στο οποίο ο Γερμανός φιλόσοφος όχι μόνο προέβηκε σε μια υλιστική κριτική της θρησκείας, αλλά ανέδειξε και το θεολογικό πυρήνα της χεγκελιανής φιλοσοφίας. Η ενασχόληση με τα υλικά συμφέροντα στο πλαίσιο της δημοσιογραφίας του, από την άνοιξη του 1842, στην Εφημερίδα του Ρήνου έκανε τον Μαρξ ολοένα και πιο δεκτικό στην ιδέα ότι και οι ανθρώπινες ιδέες, οι ιδεολογικές διαμάχες, κοκ, μπορεί να εξηγηθούν από τα υλικά συμφέροντα που διαμορφώνονται στη διαδικασία της παραγωγής.
Ο Μαρξ, επιχειρηματολογεί τεκμηριωμένα ο Λούκατς, ήταν ο μόνος από τους Νέους Χεγκελιανούς (μαζί με τον Ένγκελς) που έκανε αυτό το παραπέρα βήμα. Ταυτόχρονα, σε όλα τα ζητήματα, όπως η κριτική στάση απέναντι στον Χέγκελ, η κατανόηση της αναγκαιότητας της πολιτικής πάλης, η πολεμική στον αντιδραστικό ρομαντισμό, κοκ, βρισκόταν μπροστά από τους άλλους Νέους Χεγκελιανούς, ακόμη και στην περίοδο του κοινού τους αγώνα ενάντια στην απολυταρχία. Στην περίοδο, αυτή, βέβαια, ο Μαρξ εξακολουθούσε να απορρίπτει τον κομμουνισμό, θεωρώντας δικαιολογημένα ότι οι γαλλικές κομμουνιστικές θεωρίες, που μόλις έμπαιναν τότε σε κίνηση στη Γερμανία, ήταν επιπόλαιες και αθεμελίωτες.
Στην Κριτική της Χεγκελιανής Φιλοσοφίας του Κράτους και του Δικαίου ο Μαρξ, δίνοντας μια νέα ώθηση στις ριζοσπαστικές τάσεις του, ορθώνεται ενάντια στην υπεράσπιση της συνταγματικής μοναρχίας από τον Χέγκελ. Η αποφασιστική πρόοδός του εδώ, δείχνει ο Λούκατς, είναι ότι ενώ στα άρθρα του στην Εφημερίδα του Ρήνου έστεκε ακόμη στην άποψη της ιδεαλιστικής διαλεκτικής, τώρα ο επαναστατικός δημοκρατισμός του αρχίζει να διαπερνιέται από τον υλισμό και η κριτική του στον Χέγκελ αποκτά μια υλιστική τάση. Αυτή η τάση αναπτύσσεται παραπέρα στα κείμενα του Μαρξ στα Γερμανογαλλικά Χρονικά («Για το εβραϊκό ζήτημα» και η «Εισαγωγή» στην Κριτική της Χεγκελιανής Φιλοσοφίας του Δικαίου). Εδώ ο Μαρξ στρέφεται από την κριτική της θρησκείας ως τέτοιας στην κριτική των κοινωνικών προϋποθέσεών της, συλλαμβάνει μια σειρά αντιφάσεις της καπιταλιστικής κοινωνίας, διακρίνει με σαφήνεια την πολιτική χειραφέτηση που ευαγγελίζεται η αστική τάξη (μέσω της αστικής δημοκρατίας) από την ανθρώπινη χειραφέτηση (τη χειραφέτηση από την εκμετάλλευση) και αναγνωρίζει το ρόλο του προλεταριάτου ως φορέα της κομμουνιστικής επανάστασης που θα υπερβεί τις αντιφάσεις αυτές.
Τέλος στα Οικονομικά και Φιλοσοφικά Χειρόγραφα του 1844 ο Μαρξ στρέφει το ενδιαφέρον του στη μελέτη της καπιταλιστικής οικονομίας, προβαίνοντας σε μια πρώτη κριτική της μέσω της έννοιας της αποξενωμένης εργασίας (αντιστρέφοντας έτσι ήδη υλιστικά τη χεγκελιανή προβληματική της αποξένωσης). Αυτή η κριτική συνδυάζεται με μια συζήτηση των ιστορικών προοπτικών του κομμουνιστικού κινήματος και μια οξυδερκή ανάλυση της χεγκελιανής φιλοσοφίας, στην πιο ριζοσπαστική της εκδοχή στη Φαινομενολογία του Νου. Χωρίς να επεκταθούμε εδώ σε λεπτομέρειες, με τις οποίες ο αναγνώστης θα εξοικειωθεί διαβάζοντας το βιβλίο, θα παραθέσουμε μόνο τις εκτιμήσεις του Λούκατς για τη μαρξική κριτική στη χεγκελιανή σύγχυση αντικειμενοποίησης και αλλοτρίωσης και τις μοιραίες της συνέπειες (η καθαρά θεωρησιακή υπέρβαση της αλλοτρίωσης και η εμφάνιση αυτής της υπέρβασης ως άρνησης της πραγματικότητας γενικά):
«Ο Μαρξ μπορεί να επικρίνει αυτή την ψευδή ταύτιση στον Χέγκελ υλιστικά-διαλεκτικά, δηλαδή ταυτόχρονα να την αντικρούσει αντικειμενικά και να την εξηγήσει από τα βαθύτερα κοινωνικά αίτια και κίνητρά της –επειδή και αφού– έχει χαράξει ένα σαφές όριο στις οικονομικές του σκέψεις, ξεκινώντας από τα γεγονότα της πραγματικής ζωής, κάνοντας σαφή διάκριση μεταξύ της αντικειμενοποίησης στην εργασία καθαυτή και της ανθρώπινης αυτό-αλλοτρίωσης στη συγκεκριμένη καπιταλιστική μορφή εργασίας. Είναι, επομένως, η σοσιαλιστική κριτική της καπιταλιστικής οικονομίας με την προοπτική της άρσης της καπιταλιστικής αλλοτρίωσης που επιτρέπει στον Μαρξ να ξεπεράσει το ψευδές, ιδεαλιστικό ερώτημα και την ψευδή λύση του προβλήματος της αλλοτρίωσης από τον Χέγκελ. Είναι –με άλλα λόγια– η νέα, προλεταριακή ταξική σκοπιά που του επιτρέπει να ολοκληρώσει την επαναστατική υλιστική κριτική του στην υψηλότερη μορφή ιδεαλιστικής διαλεκτικής… Η χεγκελιανή φιλοσοφία, επομένως, ως τέτοια, από την ίδια της τη φύση και την αρχή της, αποτελεί μέρος της αυτό-αλλοτρίωσης· ως αστική ιδεολογία περιέχει την αιτιολόγηση και την παγίωση της αλλοτρίωσης. Δεν μπορεί επομένως να είναι η φιλοσοφία της ανθρώπινης χειραφέτησης» (σελ. 101, 105).
Τα αυτοβιογραφικά κείμενα του Λούκατς που περιλαμβάνει η έκδοση είναι χρήσιμα όχι μόνο για την κατανόηση της διανοητικής διαδρομής του Λούκατς, αλλά με μια έννοια και εκείνης του Μαρξ, στο βαθμό που ο Λούκατς πέρασε στο μαρξισμό από μια αρχικά ιδεαλιστική καντιανή-χεγκελιανή αφετηρία, ακολουθώντας μονοπάτια παρόμοια με εκείνα του Μαρξ (αν και πιο επίπονα και τεθλασμένα κατά καιρούς). Χωρίς να επεκταθούμε σχετικά, θα επισημάνουμε μόνο τις κριτικές και αυτοκριτικές τοποθετήσεις του Λούκατς στο δεύτερο κείμενο για τη σταλινική νόθευση του μαρξισμού. Ο Λούκατς στέκεται ιδιαίτερα στον ανταρτοπόλεμο που διεξήγαγε ενάντια στο σταλινικό δογματισμό ακόμη και στα χρόνια της κυριαρχίας του Στάλιν, όταν εξωτερικά φαινόταν και ήταν υποχρεωμένος να εκφράζει στα κείμενά του μια στήριξη στο σταλινισμό: «Ο ανταρτοπόλεμός μου ενάντια στον δογματισμό όχι μόνο διατήρησε αλλά και ενίσχυσε τη ζωντανή μου σχέση με τη ζωή και τα αντικείμενά της» (σελ. 135).
Το ίδιο το δοκίμιο του Λούκατς για τον νεαρό Μαρξ, με τη δημιουργική, στοχαστική του προσέγγιση στη γένεση της μαρξιστικής θεωρίας, όπως και τα άλλα έργα του, δικαιολογεί αυτό τον ισχυρισμό. Παρέχει στον αναγνώστη τη δυνατότητα να γνωριστεί με θεμελιώδη ζητήματα του μαρξισμού και του διαχωρισμού ιδιαίτερα του Μαρξ από την αστική ιδεολογία που παραμένουν εξαιρετικά επίκαιρα ως τις μέρες μας.
*Ο Χρήστος Κεφαλής είναι συγγραφέας και αρθρογράφος.
