«Με ποια ακριβώς αξιοπιστία εμφανίζεται σήμερα η κυβέρνηση Μητσοτάκη ως δύναμη αντιμετώπισης της στεγαστικής κρίσης;», διερωτάται ο τομέας στεγαστικής πολιτικής της ΕΛΑΣ, που δίνει και τη δική του πρόταση για προσιτή στέγη για όλους.
Αναλυτικά η ανακοίνωση της ΕΛΑΣ:
Με ποια ακριβώς αξιοπιστία εμφανίζεται σήμερα η κυβέρνηση Μητσοτάκη ως δύναμη αντιμετώπισης της στεγαστικής κρίσης; Με την «αξιοπιστία» εκείνου που παρακολουθεί επί επτά χρόνια τη φωτιά να εξαπλώνεται και, όταν αυτή φτάνει στη στέγη, εμφανίζεται μπροστά στις κάμερες με ένα PowerPoint και δηλώνει πυροσβέστης.
Η κυβέρνηση που άφησε τα ενοίκια να εκτιναχθούν, τις τιμές των κατοικιών να απομακρυνθούν από τα εισοδήματα, τους νέους να εγκλωβιστούν στο παιδικό τους δωμάτιο και χιλιάδες οικογένειες να ζουν με τον φόβο της επόμενης αύξησης, ανακάλυψε ξαφνικά ότι η στέγη αποτελεί «εθνική προτεραιότητα».
Οι αριθμοί, όμως, δεν προσφέρονται για κυβερνητική σκηνοθεσία.
Το 2025 οι στεγαστικές δαπάνες απορροφούσαν στην Ελλάδα το 35% του διαθέσιμου εισοδήματος των νοικοκυριών, έναντι 18,9% στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Για τους ανθρώπους με εισόδημα κάτω από το 60% του εθνικού διάμεσου, το ποσοστό έφθανε στο 60%, έναντι 36,3% στην ΕΕ. Το 26,4% του πληθυσμού ζούσε σε νοικοκυριά που δαπανούσαν πάνω από το 40% του εισοδήματός τους για τη στέγη, έναντι μόλις 7,7% στην ΕΕ. Και το 18,1% αδυνατούσε να διατηρήσει επαρκώς ζεστή την κατοικία του. Σε όλους αυτούς τους δείκτες, η Ελλάδα βρισκόταν στην τελευταία θέση της Ευρωπαϊκής Ένωσης. (Eurostat 2025)
Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο καταγράφει σωρευτική αύξηση των τιμών κατοικίας κατά περίπου 85% από το 2016. Μόνο από το τελευταίο τρίμηνο του 2020 οι τιμές αυξήθηκαν κατά 61%, ενώ ο πληθωρισμός των ενοικίων έφθασε το 10% το 2025. (ΔΝΤ, Greece: Selected Issues 2026)
Αυτός είναι ο απολογισμός της επταετίας. Αυτή είναι η στεγαστική κρίση της κυβέρνησης Μητσοτάκη. Kρίση αδιαφορίας, ανικανότητας και συνειδητών πολιτικών επιλογών.
Η χαμένη ευκαιρία του Ταμείου Ανάκαμψης
Το Ταμείο Ανάκαμψης έδωσε στην Ελλάδα μια ιστορική δυνατότητα να δημιουργήσει μόνιμο δημόσιο και κοινωνικό στεγαστικό απόθεμα. Αντ΄αυτού η μοναδική καθαρά κοινωνική στεγαστική παρέμβαση της κυβέρνησης έμεινε σε πιλοτική κλίμακα. Από 100 διαμερίσματα αρχικά, περιορίστηκε στα 50 κατά την τελευταία αναθεώρηση.
Η Πορτογαλία διέθεσε 1,2 δισ. ευρώ για την κατασκευή, αγορά ή ανακαίνιση 26.000 κατοικιών (Ευρωπαϊκή Επιτροπή). Στην Ελλάδα, η αντίστοιχη δράση χρηματοδότησε τελικά μία μελέτη Εθνικής Στρατηγικής, ύψους 744.000 ευρώ και μία νομοθετική μεταρρύθμιση (Ελλάδα 2.0).
Τώρα η κυβέρνηση διαφημίζει 6,5 δισ. ευρώ και 19.750 δήθεν «κοινωνικές κατοικίες».
Με 6,5 δισ. ευρώ, αν ακολουθούσαμε το πορτογαλικό παράδειγμα, θα δημιουργούσαμε περίπου 141.000 κατοικίες. Στην Ελλάδα του Κυριάκου Μητσοτάκη περιοριζόμαστε σε 19.750 — και οι περισσότερες δεν είναι καν νέες κατοικίες. Είναι το επιτελικό θαύμα – επτά φορές λιγότερα σπίτια με τα ίδια χρήματα.
Ή μήπως στην κυβερνητική τιμή έχει ενσωματωθεί και ο περίφημος «φόρος διαφθοράς», ο οποίος —από τις απευθείας αναθέσεις και τις υποθέσεις του ΟΠΕΚΕΠΕ μέχρι τα «σπιτάκια» της ανακύκλωσης— έχει αποκτήσει πια καθετοποιημένη μορφή, από την πολιτική απόφαση έως τον τελικό λογαριασμό;
Η δική μας προοπτική: προσιτή στέγη για όλους
Η ΕΛ.Α.Σ εγγυάται αλλαγή πολιτικής στη στέγη. Από την επιδότηση της ακρίβειας περνάμε σε μια εθνική πολιτική παραγωγής προσιτής κατοικίας. Στην πρώτη τετραετία προστατεύουμε την πρώτη κατοικία, μειώνουμε ουσιαστικά το στεγαστικό βάρος, ενεργοποιούμε δεκάδες χιλιάδες κενά ακίνητα και δημιουργούμε νέο, μόνιμο δημόσιο, δημοτικό, συνεταιριστικό και μη κερδοσκοπικό απόθεμα κοινωνικής και προσιτής κατοικίας. Με ισχυρό Δημόσιο Φορέα Στέγης, ενιαία χρηματοδότηση και δίκαιους κανόνες στην αγορά, αυξάνουμε σταθερά την προσφορά, συγκρατούμε τα μισθώματα και εξασφαλίζουμε ειδικές λύσεις για νέους, οικογένειες, φοιτητές, άτομα με αναπηρία και εργαζομένους στις περιοχές υψηλής στεγαστικής πίεσης. Στόχος μας είναι κάθε δημόσιο ευρώ να επιστρέφει στην κοινωνία ως διαθέσιμη κατοικία, δίκαιο μίσθωμα και πραγματική στεγαστική ασφάλεια — ώστε κάθε άνθρωπος να μπορεί να σχεδιάζει τη ζωή του με σταθερότητα και προοπτική.
