Οι επιστήμονες λένε ότι η αίσθηση της όσφρησης δίνει το έναυσμα στον ιππόκαμπο του εγκεφάλου για να ξυπνήσουν αναμνήσεις και έντονα συναισθήματα, σχεδόν ακαριαία. Μια ανεπαίσθητη οσμή, αυτή η ιδιωτική οσμή που έχει το αλμυρίκι πασπαλισμένη με θάλασσα και ήλιο, πυροδότησε τον μηχανισμό των εικόνων που τουβλάκι – τουβλάκι έχτισαν την ευτυχία του παρελθόντος. Μνήμες βουτηγμένες στο αλάτι, στην ανεμελιά, μα πρώτιστα στο γέλιο. Μνήμες βουτηγμένες στο γάλα και στο μέλι της φιλίας.
Πορείες με τον ήλιο να μεσουρανεί για να φτάσουμε στη Λιά με βραβείο την αχώρητη ομορφιά του Αιγαίου, με τον Βου να στέκει στον ορίζοντα, ακλόνητος φρουρός της θάλασσας. Ανάσαινε η ψυχή μου ελευθερία. Την οσμή της ρίγανης, του θυμαριού, των φρύγανων να στέργει κάθε μας βήμα μέχρι το Καράβι.
Ένα χάδι στο γυμνό κάτω από τον ήλιο σώμα, η αίσθηση της κατάρρευσης από την ξαφνική απουσία της καθημερινότητας, το βάρος της ραστώνης στα βλέφαρα όταν τα πέλματα χώνονταν στο πυκνό, καυτό στρώμα της Ψιλής Άμμου και το κορμί παραδινόταν στο απαλό αεράκι.
Τις νύχτες που μύριζαν έρωτα κοιτώντας τα πεφταστέρια στην ταράτσα ενός σπιτιού που μπήκαμε λαθραία. Τα βλέμματα που τάιζαν την προσμονή μα και την ικανοποίηση της επόμενης συνάντησης. Τα βράδια που φτάναμε καμένοι από το αλάτι και τον ήλιο στο λιμάνι της Ελαφονήσου, για ψαρόσουπα και ούζο μετά από μια ολοήμερη παραμονή στην παραλία με τα κέδρα, όταν ακόμη η αγριάδα της φύσης ήταν η κυρά του νησιού.
Το άρωμα της συκιάς που κάτω από το σώμα της έβρισκε σκιά το τραπεζάκι με τον πρωινό μας καφέ στο πυργόσπιτο της κυρα-Ντίνας, στην καρδιά του κάστρου της Μονεμβασιάς. Τη μυρωδιά της πυρωμένης πέτρας του πλακόστρωτου καλντεριμιού στην κατάβαση μέχρι την πύλη του κάστρου. Η ξινάδα των αγουρίδων της κατάφορτης κρεβατίνας που στόλιζε το κεφαλάρι της αυλής στην Πλύτρα, αφήνοντας μικρές ρωγμές ίσα ίσα για να φέρνει το φως της η αστράδα του ουρανού.
Τα λιόδεντρα που έσκαζαν από την κάψα του πρωινού τριγύρω από το σπίτι στο Κερί της Ζάκυνθος. Τη ζεστή, βαριά μυρωδιά από τις φραγκοσυκιές που στοιβάζονταν σχεδόν η μία πάνω στην άλλη, απεριποίητες και ξεμαλλιασμένες στο κτήμα στην Αίγινα. Τη μυρωδιά από τα πορτοκαλί σώματα των ανοιγμένων αχινών και τις πεταλίδες, που έμενε πεισμωμένη για το κακό που κάναμε στα χέρια μας όσο και αν τα τρίβαμε με άμμο και θαλασσινό νερό.
Το καρπούζι που πάγωνε στα κρυστάλλινα νερά στους Εγκρεμνούς, οι μελωμένοι γιαρμάδες που οι χυμοί τους ξέπλεναν τα αλμυρισμένα χείλη μας, τα ροδαλά σταφύλια καταμεσής του ξύλινου τραπεζιού στην αυλή μέσα στη στιγματισμένη από τα χρόνια ιβουάρ πιατέλα. Και οι φίλοι μου…
