ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Δημήτρης Αγγελίδης
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Σε τουλάχιστον 359 άτομα εκτιμά τα θύματα επαναπροώθησης των ελληνικών αρχών για το 2025 ο Μηχανισμός Καταγραφής Ατυπων Αναγκαστικών Επιστροφών, που λειτουργεί στο πλαίσιο της Εθνικής Επιτροπής για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου.

Η έκθεση που δημοσιοποιήθηκε χθες, η τέταρτη στη σειρά από τότε που συγκροτήθηκε ο Μηχανισμός, καταγράφει μέσω μαρτυριών που δόθηκαν με προσωπικές συνεντεύξεις 21 περιστατικά επαναπροώθησης, 11 στον Εβρο και 10 στη θάλασσα, που συνέβησαν από τον Ιανουάριο του 2023 έως το τέλος του 2025.

«Η συστηματικότητα, η επαναληψιμότητα και τα προβλέψιμα γεωγραφικά και επιχειρησιακά χαρακτηριστικά των περιστατικών που καταγράφηκαν το 2025 καταδεικνύουν ότι [οι Ατυπες Αναγκαστικές Επιστροφές (ΑΑΕ)] δεν αποτελούν τυχαία ή μεμονωμένα συμβάντα, αλλά πρακτικές οργανωμένης και συστηματικής παραβίασης θεμελιωδών δικαιωμάτων και της αρχής της μη επαναπροώθησης», επισημαίνει η έκθεση.

Αν και οι αριθμοί της φετινής έκθεσης είναι αισθητά μειωμένοι σε σχέση με τις προηγούμενες (ενδεικτικά, στην ετήσια έκθεση για το 2024 καταγράφονται τουλάχιστον 1.517 θύματα επαναπροώθησης σε 52 περιστατικά που εντοπίστηκαν μέσω 61 μαρτυριών), η μείωση κάθε άλλο παρά αποδίδεται σε προσπάθειες ουσιαστικής αντιμετώπισης του φαινομένου. Η έκθεση περιλαμβάνει στους παράγοντες μείωσης τις γεωπολιτικές εξελίξεις, τις μεταβολές των μεταναστευτικών διαδρομών (φαίνεται να αποκτά προτεραιότητα ο διάδρομος Λιβύη προς Κρήτη, όπου η μεγάλη απόσταση δεν ευνοεί τις επιχειρήσεις επαναπροώθησης), την προσαρμογή των επιχειρησιακών πρακτικών αλλά και τη συρρίκνωση της επιχειρησιακής δυνατότητας και του πεδίου δράσης των οργανώσεων και των φορέων που καταγράφουν τις επαναπροωθήσεις για λογαριασμό του Μηχανισμού.

Λογοδοσία

Επιπλέον, όπως επισημαίνει ο επόπτης του Μηχανισμού, Ηλίας Τσαμπαρδούκας, παραμένει και φέτος το παράδοξο της «ορατής αορατότητας», το γεγονός δηλαδή ότι αυτές οι πρακτικές είναι εμφανείς, αναγνωρίσιμες και έχουν καταγραφεί και αναδειχθεί, αλλά «δεν φαίνεται να οδηγούν τελικά σε λογοδοσία». Υπογραμμίζει ο επόπτης του Μηχανισμού: «Οσο επιμένει και δεν σπάει αυτός ο κύκλος της “ορατής αορατότητας” τόσο το φαινόμενο θα βαθαίνει και θα διαβρώνει τις θεμελιώδεις αρχές του κράτους δικαίου. Η αδυναμία να διασφαλιστεί προστασία για τα φερόμενα θύματα είναι ένα κενό που υπονομεύει την εμπιστοσύνη των πολιτών στη Δικαιοσύνη ως πυλώνα προστασίας, λογοδοσίας και αποκατάστασης. Η διαρκής αναπαραγωγή του παράδοξου αυτού, χωρίς ουσιαστική θεσμική αντίδραση, θέτει σε δοκιμασία την ίδια τη συνοχή του κράτους δικαίου και τη δυνατότητά του να λειτουργεί ως εγγυητής των δικαιωμάτων και της κοινωνικής εμπιστοσύνης».

Επισημαίνει χαρακτηριστικά ότι από τις πολλές υποθέσεις που έχουν παραπεμφθεί στη Δικαιοσύνη δεν έχει ξεπεράσει καμία το στάδιο της προκαταρκτικής διερεύνησης και όλες έχουν αρχειοθετηθεί είτε ως αβάσιμες είτε κατέληξαν στο αρχείο αγνώστων δραστών.

Σημειώνει επίσης ότι ακόμα και στην υπόθεση επαναπροώθησης για την οποία καταδικάστηκε η Ελλάδα στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, η ελληνική Δικαιοσύνη αρνήθηκε να επανεξετάσει την υπόθεση υπό το φως της απόφασης του Δικαστηρίου του Στρασβούργου, επικαλούμενη ότι κανένα στοιχείο που εξέτασε το ΕΔΔΑ δεν ήταν νέο ή άγνωστο στις ελληνικές αρχές όταν είχαν αρχειοθετήσει την υπόθεση. Η άρνηση «εγείρει […] εύλογο σκεπτικισμό ως προς τη βούληση των αρμόδιων αρχών να ανταποκριθούν ουσιαστικά στις υποχρεώσεις που απορρέουν από τις αποφάσεις του Δικαστηρίου», επισημαίνει ο κ. Τσαμπαρδούκας.

Αποδείξεις

Η έκθεση αποτυπώνει τη δυσκολία των θυμάτων να εμφανίσουν αποδεικτικό υλικό, «άμεση συνέπεια της στέρησης προσωπικών αντικειμένων, του εκφοβισμού και της βίαιης μεταχείρισης που βιώνουν». Παρ’ όλα αυτά, σε σημαντικό αριθμό περιστατικών τα θύματα φαίνεται να διατηρούν αποδεικτικά στοιχεία, «γεγονός που αναδεικνύει ότι η δυνατότητα ουσιαστικής διερεύνησης παραμένει υπαρκτή, εφόσον υπάρξει θεσμική βούληση».

Μεταξύ των καταγραμμένων θυμάτων βρίσκονται ένας αναγνωρισμένος πρόσφυγας όπως και τέσσερις πολίτες Τουρκίας, γεγονός που «συνιστά σοβαρή παραβίαση της αρχής της μη επαναπροώθησης, δεδομένων των ευρέως τεκμηριωμένων κινδύνων» που αντιμετωπίζουν στην Τουρκία ορισμένες κατηγορίες προσώπων.

Στα θύματα περιλαμβάνονται επίσης 90 παιδιά και 42 άτομα με ιδιαίτερες ανάγκες, όπως ιατρικά προβλήματα, αναπηρία και προβλήματα μεγάλης ηλικίας. Είναι χαρακτηριστικό ότι από τους 19 ανθρώπους που έδωσαν συνέντευξη για τις ανάγκες της έκθεσης, οι 10 ανήκαν σε ευάλωτες κατηγορίες (θύματα βασανιστηρίων, σοβαρής σωματικής, ψυχολογικής ή σεξουαλικής βίας, ανήλικοι, ανάπηροι, ΛΟΑΤΚΙ, μονογονεϊκές οικογένειες).

Θύματα

Στα περιστατικά του Εβρου, εντοπίζονται δευτερογενείς ενέργειες σε πόλεις που είναι απομακρυσμένες από τα σύνορα, όπως η Θεσσαλονίκη και η Κομοτηνή, όπου καταγράφονται θύματα επαναπροώθησης, ενώ στον Εβρο καταγράφεται και η εμπλοκή δραστών που μιλούν τη γλώσσα των θυμάτων. «Ο σχεδιασμός και η εκτέλεση των Ατυπων Αναγκαστικών Επιστροφών δεν είναι αυθόρμητα ή ασυντόνιστα φαινόμενα, αλλά αντιθέτως φέρουν χαρακτηριστικά σχεδιασμού και οργάνωσης και αναδεικνύουν τον βαθμό επιχειρησιακής ωριμότητας και συγκρότησης των μηχανισμών που [τις] υλοποιούν […]», παρατηρεί η έκθεση.

Σε όλα τα περιστατικά επαναπροωθήσεων στη θάλασσα καταγράφονται ένστολοι δράστες με διακριτικά που παραπέμπουν στο Λιμενικό. Στον Εβρο, τα τρία στα τέσσερα περιστατικά φυσικής απομάκρυνσης έγιναν από δράστες χωρίς στολή, που όμως ενεργούσαν σε συντονισμό με τις ελληνικές αρχές, ενώ περίπου ένα στα δέκα περιστατικά έχει δράστες ένστολους με διακριτικά της ΕΛ.ΑΣ. Ως προς τη βία που συνοδεύει τα περιστατικά, στον Εβρο φαίνεται να είναι πιο έντονη και να έχει τιμωρητικό χαρακτήρα, ενώ στη θάλασσα στοχεύει περισσότερο στην παρεμπόδιση των σκαφών και της αποβίβασης στη στεριά και είναι πιο επικίνδυνη, ενώ έχουν καταγραφεί θανατηφόρα περιστατικά, όπως το σοβαρό πολύνεκρο ναυάγιο στη Χίο στις 3 Φεβρουαρίου με σύγκρουση σκάφους του Λιμενικού με βάρκα προσφύγων, που έστειλε στον θάνατο 15 πρόσφυγες.

Eξευτελιστική και απάνθρωπη μεταχείριση

Τέλος, η έκθεση σημειώνει ότι το Γραφείο εξακολούθησε να δέχεται αξιόπιστες αναφορές για μαζικές απελάσεις στα χερσαία και τα θαλάσσια σύνορα, ιδίως τα βουλγαρικά και τα ελληνικά με την Τουρκία, το Αιγαίο και τη Σερβία, αν και λιγότερες από άλλες χρονιές. «Συνοδεύονταν συχνά με εξευτελιστική και απάνθρωπη μεταχείριση μεταναστών, χρήση αχρείαστης ή υπερβολικής βίας από συνοροφύλακες και λιμενικούς, την κατάσχεση ή καταστροφή προσωπικών αντικειμένων των μεταναστών και παράνομη στέρηση της ελευθερίας», επισημαίνει.

Αναφέρεται επιπροσθέτως στην αναστολή της κατάθεσης αιτημάτων ασύλου που εφάρμοσε πέρσι το καλοκαίρι η κυβέρνηση Μητσοτάκη: «Τα παραπάνω, μαζί με την υιοθέτηση νομοθεσίας έκτακτης ανάγκης στις διαδικασίες συνόρων, με την αναστολή της νομοθεσίας για το άσυλο και τις επιπτώσεις τους στην αποτελεσματική πρόσβαση στο δικαίωμα στο άσυλο, αποτέλεσε ζήτημα σοβαρής ανησυχίας το 2025».