Το εκρηκτικό ποσό των 15,3 τρισεκατομμυρίων δολαρίων άγγιξε στο δεύτερο τρίμηνο η αξία των περιουσιακών στοιχείων που διαχειρίζεται η BlackRock, εκτοξεύοντας ακόμα περισσότερο την τεράστια επιρροή που αυτή ασκεί στην παγκόσμια οικονομία.
Το εκπληκτικό ποσό, που ισοδυναμεί με το ΑΕΠ της Γερμανίας, της Ιαπωνίας και της Ινδίας μαζί, συνιστά νέο ιστορικό ρεκόρ για τα υπό διαχείριση περιουσιακά στοιχεία της εταιρείας. Είναι τρία περίπου τρισ. δολάρια υψηλότερο από τα αντίστοιχα επίπεδα των περιουσιακών στοιχείων που διαχειριζόταν η BlackRock πριν από έναν χρόνο και 1,4 τρισ. δολάρια μεγαλύτερο από ό,τι στα τέλη του πρώτου τριμήνου φέτος.
Το άλμα ήταν κυρίως απόρροια της ισχυρής ανόδου που κατέγραψαν στο προηγούμενο τρίμηνο διεθνή χρηματιστήρια και λοιπές αγορές, εκτοξεύοντας την αξία των περιουσιακών στοιχείων των πελατών της νεοϋορκέζικης εταιρείας καθώς και των εισροών-ρεκόρ στα εκατοντάδες διαπραγματεύσιμα αμοιβαία κεφάλαια (ETFs) που έχει αυτή υπό τη διαχείρισή της.
Ενδεικτικό της μεγάλης ανόδου των αξιών είναι ότι βασικοί δείκτες μετοχών στις ΗΠΑ έκλεισαν τον Ιούνιο με τα μεγαλύτερα τριμηνιαία κέρδη τους από το 2020, καθώς η αισιοδοξία για τα εταιρικά κέρδη αυξήθηκε και οι επενδυτές έδειξαν να παρακάμπτουν την αστάθεια που πυροδότησε ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή.
Ο ευρύτερος δείκτης μετοχών S&P 500 στο Χρηματιστήριο της Νέας Υόρκης σημείωσε στο τρίμηνο Απριλίου-Ιουνίου άνοδο 15%. Στη διάρκεια αυτής της περιόδου η BlackRock –μεγαλύτερος διαχειριστής κεφαλαίων στον κόσμο– προσέλκυσε 192 δισ. δολάρια νέων κεφαλαίων έναντι 68 δισ. δολαρίων έναν χρόνο νωρίτερα και 130 δισ. δολαρίων στο πρώτο τρίμηνο του 2026. Η εισροή κεφαλαίων ξεπέρασε τις προβλέψεις της Wall Street και προήλθε κυρίως από πελάτες στην Αμερική καθώς και από τη δραστηριότητα των 1.700 και πλέον διαπραγματεύσιμων αμοιβαίων κεφαλαίων (ETFs) που διαχειρίζεται ο κολοσσός. Εξ αυτών τα προϊόντα μετοχών αντιπροσώπευαν καθαρές ροές 71,6 δισ. δολαρίων ενώ τα προϊόντα σταθερού εισοδήματος 92 δισ. δολάρια.
Ο πακτωλός κεφαλαίων ενίσχυσε την κερδοφορία και οδήγησε σε αύξηση των προγραμματισμένων για φέτος επαναγορών μετοχών της 2026 σε 2 δισ. δολάρια από 1,8 δισ., ενώ παράλληλα συνεχίστηκε η προσπάθεια των τελευταίων ετών να αποτελέσει η εταιρεία σημαντικό παίκτη σε εναλλακτικά περιουσιακά στοιχεία πέραν των μετοχών και των ομολόγων. Σε αυτό το πλαίσιο δαπάνησε 28 δισ. δολάρια για επενδύσεις σε ιδιωτικά επενδυτικά κεφάλαια και εταιρείες που δεν είναι εισηγμένες σε δημόσια χρηματιστήρια. Και πιο συγκεκριμένα προκειμένου να αγοράσει τον επενδυτή υποδομών Global Infrastructure Partners, την ιδιωτική εταιρεία πιστώσεων HPS Investment Partners και τον πάροχο δεδομένων Preqin.
Ωστόσο, ο τομέας ιδιωτικών πιστώσεων, αξίας πολλών τρισεκατομμυρίων δολαρίων, βρίσκεται εδώ και αρκετούς μήνες στο μικροσκόπιο καθώς υπάρχουν εκτεταμένες ανησυχίες για τα πρότυπα δανεισμού και πιο συγκεκριμένα τις πιστώσεις που έχουν δοθεί σε εταιρείες λογισμικού οι οποίες δείχνουν μετέωρες λόγω των διαταραχών που ενδέχεται να προκαλέσει σε αυτές η εξάπλωση της τεχνητής νοημοσύνης. Επενδυτικά οχήματα ιδιωτικών πιστώσεων όπως το HPS Corporate Lending Fund (HLEND) της BlackRock, βρέθηκαν τους τελευταίους μήνες αντιμέτωπα με επιβράδυνση εισροών και αυξημένα αιτήματα εξαργύρωσης θέσεων από επενδυτές τους.
Προβληματισμός για την επέκτασή της στις μετέωρες αγορές ιδιωτικής πίστωσης, για την υπερβολική συγκέντρωση ισχύος και τις βρόμικες επενδύσεις
Η BlackRock διατήρησε το τυπικό όριο 5% στις τριμηνιαίες ρευστοποιήσεις του κορυφαίου μη διαπραγματεύσιμου επενδυτικού της fund ιδιωτικών πιστώσεων HPS, HLEND το β΄ τρίμηνο παρά τα αιτήματα επενδυτών της για απόσυρση του 13,3% των μεριδίων τους.
Η ιδιωτική πίστη δεν είναι όμως ο μοναδικός χώρος στον οποίο οι πρακτικές της BlackRock ελέγχονται. Λόγω του τεράστιου μεγέθους της, της συμμετοχής σε χιλιάδες εταιρείες παγκοσμίως επικρίνεται για υπερβολική συγκέντρωση ισχύος.
Πολλοί επικριτές υποστηρίζουν ότι ο έλεγχος που ασκεί σε βασικούς κλάδους της παγκόσμιας οικονομίας υπονομεύει τον υγιή ανταγωνισμό και επηρεάζει τις πολιτικές των κυβερνήσεων.
Επικρίνεται ακόμα για τις επενδύσεις της σε εταιρείες οπλικών συστημάτων, εταιρείες ζημιογόνων για το περιβάλλον δραστηριοτήτων αλλά και τον διττό της ρόλο να παρέχει συμβουλευτικές υπηρεσίες τόσο προς κυβερνήσεις όσο και προς μεγάλες ιδιωτικές εταιρείες, εγείροντας ζητήματα πιθανών συγκρούσεων συμφερόντων.
