Στις ελληνικές αίθουσες η ήδη πολυσυζητημένη κινηματογραφική μεταφορά του ομηρικού έπους από τον σκηνοθέτη τού «Οπενχάιμερ» με ένα λαμπερό χολιγουντιανό καστ: Ματ Ντέιμον, Τομ Χόλαντ, Αν Χάθαγουεϊ, Ρόμπερτ Πάτινσον, Λουπίτα Νιόνγκ’ο, Ζεντάγια κ.ά.
Οδύσσεια
(The Odyssey, ΗΠΑ, Ηνωμένο Βασίλειο, 2026, 172′)
Σκηνοθεσία: Κρίστοφερ Νόλαν
Ηθοποιοί: Ματ Ντέιμον, Τομ Χόλαντ, Αν Χάθαγουεϊ, Ρόμπερτ Πάτινσον, Λουπίτα Νιόνγκ’ο, Ζεντάγια
Τρία χρόνια μετά τον θρίαμβο του «Οπενχάιμερ» (2023) στα Οσκαρ και την τεράστια εισπρακτική του επιτυχία, ο Κρίστοφερ Νόλαν επιστρέφει στη μεγάλη οθόνη μεταφέροντας το ομηρικό έπος και προσπαθώντας να δημιουργήσει μια ταινία που πατά τόσο στη γνωστή συνταγή που τον έκανε διάσημο, της δημιουργίας ενός υποβλητικού και θεαματικού κινηματογραφικού σύμπαντος, όσο και στην προσπάθεια να μετασχηματίσει αυτό το σύμπαν σε μια αλληγορία για τη σημερινή πολιτισμική κρίση.
Είναι εκπληκτικό πόσα μπορούν να γραφτούν για μια ταινία πριν ακόμα βγει στις αίθουσες. Μέσα στον αδιανόητο όγκο clickbait άρθρων και ανούσιων καβγάδων, αυτό που μπορούμε πλέον να κρατήσουμε, καθώς η ταινία είναι έτοιμη να κάνει την έξοδο της στις αίθουσες, είναι η ουσιαστική κριτική πάνω στο έργο ενός σκηνοθέτη-οραματιστή που εδώ φαίνεται να έχει χάσει κάπως το βλέμμα του.
Ο Νόλαν δείχνει ξεκάθαρα από την αρχή ότι δεν τον ενδιαφέρει να μεταφέρει το ομηρικό έπος αυτούσιο, ούτε να ρίξει το βάρος στην αναπαράσταση της εποχής όταν διαδραματίζονται τα μυθοπλαστικά γεγονότα (ιστορικά μπορούν να τοποθετηθούν στην Υστερη Εποχή του Χαλκού). Αντιθέτως, προσεγγίζει το έργο του Ομήρου ως μια μυθοπλασία που μιλά για διαχρονικά ζητήματα και την εκσυγχρονίζει. Μεταφέρει την ιστορία μέσα από τη δική του, χολιγουντιανή ματιά, απογυμνώνοντας το έργο από οτιδήποτε θεωρεί περιττό, κρατώντας μόνο ό,τι μπορεί να ερμηνευτεί μέσα από τη δική του κινηματογραφική γλώσσα.
Αφήγηση
Πιστός στην προσωπική του αφήγηση και στο μοντάζ που τον έκανε διάσημο, ανακατεύει τους χρόνους – το πρωτότυπο υλικό ευνοεί έτσι και αλλιώς τη μη γραμμική αφήγηση. Ομως εδώ, ό,τι κάνει συνήθως, το κάνει με μεγαλύτερη σύνεση, προσπαθώντας να μην αποπροσανατολίσει τον θεατή που δεν είναι εξοικειωμένος με την «Οδύσσεια». Κάποιες φορές μάλιστα καταφεύγει σε ένα άγαρμπο exposition, ώστε να τροφοδοτήσει αυτό τον θεατή με πληροφορίες που θα τον κάνουν να αντιληφθεί ευκολότερα τι συμβαίνει. Φυσικά ο Νόλαν επιστρατεύει το ταλέντο του και δημιουργεί ένα οπτικό υπερθέαμα.
Η ταινία είναι γεμάτη από σκηνές που σου κόβουν την ανάσα και σε ταρακουνούν. Σε αυτό συμβάλλει και η μουσική επένδυση του Λούντβιχ Γιόρανσον –κατά τη γνώμη μας έχει το φετινό Οσκαρ Πρωτότυπης Μουσικής σίγουρο– η οποία αναδεικνύει υπέροχα την ταινία και, μαζί με το απίστευτα καλοδουλεμένο sound design, μετατρέπει πολλές σκηνές σε ένα ηχοτοπίο που άλλοτε μοιάζει επικό και άλλοτε σε εγκλωβίζει σε ένα κλειστοφοβικό πλαίσιο. Κάποιες φορές όμως υπερβάλλει και χρησιμοποιεί τη μουσική εναντίον του. Σε σκηνές όπου θα έπρεπε να περιοριστεί, όπως σε σημαντικούς διαλόγους μεταξύ των πρωταγωνιστών, πρωταγωνιστής μοιάζει να είναι κυρίως η μουσική, χωρίς λόγο, σαν ο ίδιος ο σκηνοθέτης να αγωνιά να «ντύσει» κάθε σκηνή με το πέπλο ενός επικού soundtrack.
Πέρα όμως από την εκθαμβωτική εικόνα, που για τον Νόλαν δεν είναι κάτι δύσκολο να κατασκευάσει, η ταινία έχει πολλές άνευρες σκηνές, χωρίς ρυθμό. Οταν η ταινία παύει να κυνηγάει τον εντυπωσιασμό, όταν ο σκηνοθέτης απομακρύνεται από τις μάχες και τα τέρατα, αδυνατεί να στήσει ουσιαστικές σκηνές που αποκαλύπτουν κάτι από τους χαρακτήρες. Δεν μπορεί να αναδείξει τα σημαντικά θέματα που πραγματεύεται το ομηρικό έπος, ούτε και την ίδια την αλληγορία που θέλει να κατασκευάσει.
Σεναριακά αποτυγχάνει. Χωρίς τον μόνιμο συνεργάτη του, τον αδερφό του Τζόναθαν, αδυνατεί να δώσει βάθος στην ιστορία και υπόσταση στους χαρακτήρες, που μοιάζουν χάρτινοι. Παρότι η «Οδύσσεια» είναι γεμάτη τραγικά πρόσωπα, με εσωτερικές συγκρούσεις και αντιθέσεις, στην ταινία μοιάζουν αδιάφορα, «χολιγουντοποιούνται» και δεν νιώθεις το τραγικό της κατάστασής τους. Σε αυτό δεν βοηθάνε και οι διάλογοι, που σε πολλά σημεία μοιάζουν ξύλινοι και τετριμμένοι.
Αυτό όμως που κάνει την «Οδύσσεια» να ξεχωρίζει και εν μέρει τη σώζει κάπως από τη μετριότητα, είναι το μήνυμά της και ο τρόπος με τον οποίο ο Νόλαν το παραδίδει προς το τέλος, σε μία από τις πιο καλογυρισμένες και ουσιαστικές σκηνές της ταινίας. Ο πολιτισμός καταρρέει μέσα από την άσκοπη διαμάχη. Ο Οδυσσέας αυτό το καταλαβαίνει αργά. Το εύρημά του, το ξύλινο άλογο, οδηγεί στον αφανισμό ενός λαού, στη λεηλασία του. Μόνο όταν κατακάτσει η στάχτη του πολέμου ο ήρωας συνειδητοποιεί τι έχει πράξει. Τώρα πια, βλέπει καθαρά τι γέννησαν οι επιλογές του και θεωρεί τον εαυτό του υπαίτιο αυτού του ολέθρου. Ο πόλεμος γεννά μέσα μας τέρατα. Μόνο όταν τελειώσει, μόνον τότε μπορούμε να έρθουμε πραγματικά αντιμέτωποι με όσα πράξαμε κατά τη διάρκειά του. Αυτός ο Οδυσσέας, λοιπόν, έχει εκπέσει ηθικά και η προσωπική του κατάρρευση λειτουργεί ως μια αλληγορία για την κατάρρευση των ιδεωδών της Δύσης.
ΝΕΕΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΕΣ
Μια νότα αισιοδοξίας από τη Βόρεια Μακεδονία
DJ Βοσκός
(DJ Ahmet, Βόρεια Μακεδονία, 2025, 99′)
Σκηνοθεσία: Γκεόργκι Μ. Ουνκόφσκι
Ηθοποιοί: Αρίφ Γιακούπ, Αγκούς Αγκούσεφ, Ντόρα Ακάν Ζλατάνοβα
Ο 15χρονος Αχμέτ ζει με τον πατέρα και τον μικρότερο αδερφό του σε ένα απομονωμένο βαλκανικό χωριό, δουλεύοντας στην οικογενειακή φάρμα. Η μουσική είναι η μοναδική του διέξοδος, ώσπου γνωρίζει μια νεαρή κοπέλα παγιδευμένη σε έναν προαποφασισμένο γάμο. Μαζί θα ανακαλύψουν ότι οι πιο δυνατοί ήχοι γεννιούνται από την καρδιά.
Το σκηνοθετικό ντεμπούτο του Γκεόργκι Μ. Ουνκόφσκι, που κέρδισε δυο βραβεία στο Φεστιβάλ Sundance το 2025 (Ειδικό Βραβείο της Επιτροπής & Βραβείο Κοινού) είναι μια feel-good, slice of life ταινία που ισορροπεί ανάμεσα στο δράμα και την κωμωδία, αποκαλύπτοντας με έναν ξεχωριστό τρόπο την καθημερινή ζωή μιας αγροτικής κοινότητας στη Βόρεια Μακεδονία.
Γεμάτη χρώματα, με τον διευθυντή φωτογραφίας Naum Doksevski να κινηματογραφεί τα πανέμορφα, λουσμένα στο φως, τοπία και να αναδεικνύει τις παραδοσιακές φορεσιές της περιοχής, αλλά και με σκηνές που πάλλονται από την ξέφρενη μουσική (η σκηνή του rave πάρτι βαθιά μέσα στο δάσος είναι πραγματικά εντυπωσιακή), ο Ουνκόφσκι ξεδιπλώνει μια αφήγηση που άλλοτε σε εντυπωσιάζει με τη φρεσκάδα της, στηλιτεύοντας τη βαθιά θρησκευόμενη, πατριαρχική κοινωνία και άλλοτε αδυνατεί να ξεφύγει από την προβλέψιμη αφήγηση μιας ταινίας ενηλικίωσης. Μερικές φορές νιώθεις ότι η ταινία δεν έχει ένα σαφή προορισμό κι ότι μένει στην επιφάνεια της εικόνας και του μουσικού ρυθμού, χωρίς να τολμά να κάνει κατάδυση στους ενδιαφέροντες χαρακτήρες.
Παρ’ όλες όμως τις αδυναμίες, ο Ουνκόφσκι «χτίζει» μια όμορφη, ζεστή, βαθιά ανθρώπινη ταινία, γεμάτη μουσική και εύστοχο χιούμορ, που σίγουρα θα διασκεδάσει τον θεατή, χαρίζοντάς του, καθώς θα πέφτουν οι τίτλοι τέλους, μια νότα αισιοδοξίας.
Ο επιθεωρητής Μαιγκρέ και η ερωμένη του πρέσβη
(Maigret et le Mort Amoureux, Γαλλία, 2026, 80′)
Σκηνοθεσία: Πασκάλ Μπονιτσέρ
Ηθοποιοί: Ντενί Πονταλιντές, Αν Αλβαρό, Μανουέλ Γκιγιό
Ο επιθεωρητής Μαιγκρέ αναλαμβάνει να εξιχνιάσει τη δολοφονία ενός πρώην πρέσβη και η έρευνά του τον οδηγεί σε μια υπόθεση γεμάτη ανατροπές. Κινηματογραφική μεταφορά του βιβλίου του Ζορζ Σιμενόν «Maigret et les Vieillards». Η ταινία δεν έχει κριτική, καθώς δεν έγινε δημοσιογραφική προβολή.
ΕΠΑΝΕΚΔΟΣΕΙΣ
Οι Αρμονίες Βερκμάιστερ
(Werckmeister Harmonies, Ουγγαρία, 2000, 145′)
Σκηνοθεσία: Μπέλα Ταρ. Ηθοποιοί: Λαρς Ρούντολφ, Πίτερ Φιτζ, Χάνα Σιγκούλα
Η αριστουργηματική αλληγορία του Μπέλα Ταρ για την αποσύνθεση της κοινωνίας και την έκρηξη της συλλογικής βίας μέσα από εικόνες σπάνιας κινηματογραφικής δύναμης.
Klute
(ΗΠΑ, 1971, 114’)
Σκηνοθεσία: Αλαν Τζ. Πάκουλα. Ηθοποιοί: Τζέιν Φόντα, Ντόναλντ Σάδερλαντ, Τσαρλς Τσιόφι
Ενα υποδειγματικό νεο-νουάρ που συνδυάζει το αστυνομικό μυστήριο με μια διεισδυτική ματιά στην ταυτότητα, την εξουσία και τη γυναικεία χειραφέτηση.
Ας περιμένουν οι γυναίκες
(Ελλάδα, 1998, 87′)
Σκηνοθεσία: Σταύρος Τσιώλης. Ηθοποιοί: Γιάννης Ζουγανέλης, Αργύρης Μπακιρτζής, Σάκης Μπουλάς
Η πιο αγαπημένη ίσως ταινία του Σταύρου Τσιώλη, ένα απολαυστικό road movie που σατιρίζει με χιούμορ και τρυφερότητα τον νεοέλληνα και την Ελλάδα της δεκαετίας του 1990.
Το εξπρές του μεσονυκτίου
Midnight Express, 1978, 121′)
Σκηνοθεσία: Αλαν Πάρκερ. Ηθοποιοί: Μπραντ Ντέιβις, Αϊρίν Μίρακολ, Μπο Χόπκινς
Το διάσημο πολιτικό θρίλερ του Αλαν Πάρκερ, βασισμένο στην περιπέτεια του Μπίλι Χέιζ, παραμένει μια καθηλωτική ιστορία επιβίωσης – παρότι έχει δεχτεί έντονη κριτική για τις ιστορικές ανακρίβειές του.
