Είναι σίγουρα η αρχαιότερη πλήρως σωζόμενη τραγωδία (472 π.Χ.). Είναι και το πρώτο δραματοποιημένο θέατρο-ντοκουμέντο, καθώς ο Αισχύλος ήταν ο ίδιος μάρτυρας των όσων περιγράφει: έλαβε μέρος στη Ναυμαχία της Σαλαμίνας, ένα μοναδικό παράδειγμα στρατιωτικού ελιγμού παγκοσμίως, μαζί με τον αδελφό του, Αμεινία, που ήταν τριήραρχος και από τους πρώτους που εμβόλισαν περσικό πλοίο. Ωστόσο, ο αρχαίος ποιητής δεν επιλέγει να το παρουσιάσει ως πολεμικό ντοκουμέντο, ούτε και ως πατριωτικό θριαμβευτήριο. Δεν επιδιώκει να δοξάσει Αθηναίους και Σπαρτιάτες ως αδιαμφισβήτητους νικητές, αλλά μας μεταφέρει από την πρώτη κιόλας σκηνή στα Σούσα, την καρδιά της περσικής αυλής, με την Ατοσσα, τη γυναίκα του νεκρού Δαρείου και μάνα του νεαρού βασιλιά Ξέρξη, τους γέροντες Πέρσες (χορός), το φάντασμα του Δαρείου και στο τέλος τον κατεστραμμένο Ξέρξη που επιστρέφει. Δηλαδή η ελληνική νίκη, στους «Πέρσες» του Αισχύλου, φτάνει στη σκηνή ως πένθος του άλλου. Αυτό είναι πολιτικά και θεατρικά τεράστιο ως μοναδικότητα και σύλληψη.
Ως θεατρικό, οι «Πέρσες» είναι περίπου όπως ο Μάκβεθ: όλοι θέλουν να καταπιαστούν με αυτό, κι όμως ελάχιστοι καταφέρνουν να μεταφέρουν το αισχύλειο μεγαλείο και την ήπια, αλλά βαθιά πολιτική και τραγική στην ουσία της, μεταφορά μιας ήττας από τη μεριά του νικητή, ως «μάθημα» για τον δεύτερο και όχι για τον ηττημένο. Ως καταγραφή της ύβρεως της υπερδύναμης. Η δε δυνατότερη σκηνή του έργου είναι η άνοδος του Δαρείου από τον Κάτω Κόσμο, που αναδεικνύει ακριβώς αυτή την ύβρι. Προσωπικά, δεν θα ξεχάσω ποτέ τον Γιώργο Γάλλο στους «Πέρσες» του Δημήτρη Καρατζά (Επίδαυρος, 2022) που ως Δαρείος μάς είχε κλέψει την ψυχή με την αδιανόητη ερμηνεία του. Όπως και δεν θα ξεχαστεί από κανέναν μας το ανέβασμα του Δ. Λιγνάδη στον ίδιο χώρο, με τη σκηνή να φιλάει ομοίωμα του Παρθενώνα και να το εναποθέτει στα πόδια του Κ. Μητσοτάκη που ήταν στην πρώτη σειρά τότε. Γενικά οι «Πέρσες», εκτός από μοναδικό αριστούργημα της αρχαίας γραμματείας, είναι και ένα «καταραμένο» έργο για πολλούς από τους σκηνοθέτες που καταπιάστηκαν με αυτό.
Ο Χρήστος Θεοδωρίδης ήταν αυτός που φέτος σκηνοθέτησε το έργο στην Επίδαυρο, ανοίγοντας ουσιαστικά το Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου στο αρχαίο θέατρο. Πρόκειται για έναν σκηνοθέτη που αναγνωρίζεις τη σκηνική του φόρμα (το έχει πετύχει από νωρίς και είναι πάντα τουλάχιστον ενδιαφέρουσα η προσέγγισή του), στοιχεία της οποίας είδαμε ξεκάθαρα και τώρα, όπως η χρήση ενός μικροφώνου επί σκηνής. Ταυτόχρονα, υπήρχε πλήρης απουσία σκηνικών –κάτι που μπορεί να δικαιολογηθεί ίσως δραματουργικά ως ο εξωτερικός χώρος να συνάδει με τον ψυχισμό των ηρώων, όχι πως δεν μας έλειψαν όμως–, ενώ κοστούμια υπήρχαν επίσης ελάχιστα (ο χορός φορούσε καθημερινά, σύγχρονα ρούχα· ακόμα και ένα καρεκλάκι είδαμε να μεταφέρεται επί σκηνής και ποτέ δεν καταλάβαμε γιατί). Την έλλειψη σκηνικών προσπάθησε να υποκαταστήσει με τους φωτισμούς από τους Τάσο Παλαιορούτα και Ιωάννα Αθανασίου, αν και, την πρώτη μέρα έστω, φάνηκε πως δεν επαρκούσαν εν τέλει, ενώ φορές ψάχναμε να δούμε ποιος μιλάει καθώς δεν φωτιζόταν, ενώ η μουσική του Jeph Vanger ήταν το πιο πετυχημένο, κατ’ εμάς, σημείο της παράστασης, μαζί με την κίνηση της Ξένιας Θεμελή, που έδινε ένταση στις τεράστιες (για ποιο λόγο;) παύσεις, αν και η συνεχής επανάληψή της σε τόσο μεγάλη διάρκεια μείωνε την όποια συναισθηματική σύνδεση πετύχαινε με τους θεατές.
Αυτό ήταν ίσως και το κεντρικό ντεφό της συγκεκριμένης παράστασης: δεν κατόρθωσε να μας συνεπάρει συναισθηματικά. Ούτε, δυστυχώς, διανοητικά ή καλλιτεχνικά. Ακόμα και οι σύγχρονες (εξαιρετικές στην ανεύρεσή τους) αναφορές σε ανθρώπους που χάθηκαν ως πρόσφυγες, ακτιβιστές, δικαιωματιστές ακούστηκαν τόσο δυνατά και με καμία εναλλαγή στις φωνές. Γενικά δεν υπήρχε σχεδόν τίποτε άλλο από… φωνή. Όλοι ανεξαιρέτως φώναζαν τόσο πολύ, που το νόημα (και η όποια ένταση μέσα του) χανόταν στις σκηνικές κραυγές. Κάπως ο χορός, ή μάλλον ελάχιστοι από το χορό έδωσαν μια κάποια ανάσα στα παραπάνω, και ώς εκεί. Η Μ. Ναυπλιώτου ως Ατοσσα φέρει τη μορφή της αρχαίας βασίλισσας, αλλά ώς εκεί. Ο Δημήτρης Καταλειφός παρέδωσε, κάτω από τις σκηνοθετικές οδηγίες φυσικά, όπως όλοι, έναν άλλο Δαρείο που μας θύμιζε περισσότερο Οιδίποδα, όσο για τον Αναστάση Ροϊλό, υπήρξαν στιγμές θυμηδίας στο κοινό από την όποια ερμηνεία επέλεξε ή επιλέχθηκε για τον ίδιο. Ο Σταύρος Σβήγκος ως Αγγελιοφόρος προσπάθησε να μεταφέρει ένα κάποιο κλίμα, ωστόσο οι λέξεις που έλεγε («μας πυροβόλησαν»;) και ο τρόπος (δυνατές φωνές και μόνο) αποδυνάμωναν τα όποια κίνητρα. Γενικά, ο Αισχύλος χάθηκε κάπως στις φωνές, ψάχνοντας τη δική του…
*Η παράσταση θα συνεχίσει με περιοδεία ανά την Ελλάδα. Περισσότερα στο www.more.com
