ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Μισέλ Φάις
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Tο «Ανοιχτό βιβλίο», από καταβολής του φιλοξενεί στις σελίδες του πρωτότυπα διηγήματα. Και φέτος συγγραφείς διαφορετικής ηλικιακής κλίμακας, θεματικού άξονα και αφηγηματικής παλέτας έγραψαν ευσύνοπτες καλοκαιρινές ιστορίες ειδικά για τους αναγνώστες μας, (καθώς αυτές οι σελίδες προσφέρουν, εκτός από κριτική πυξίδα, και λογοτεχνική απόλαυση. Με άλλα λόγια, μυθιστοριογράφοι και διηγηματογράφοι έθεσαν στο κέντρο της μυθοπλασίας τους κάποια θερινή εμπειρία τους και μας έστειλαν κείμενα νοσταλγικά, περιπλανητικά, υπερβατικά, παιγνιώδη, αλλά και δύσθυμα, ευθέως ή πλαγίως κοινωνικά, ενδοσκοπικά, ή ανατρεπτικά, διηγήματα που θα μας συντροφεύουν ώς το τέλος του θέρους. To αφηγηματικό νήμα του Ηλία Παπαμόσχου, αυτό το Σάββατο, πιάνει η ποιήτρια και συγγραφέας Άννα Γρίβα.

Άννα Γρίβα*

Οι νεκρές του θέρους

Με τον Μάριο γνωριστήκαμε σ’ ένα μπαρ στα Εξάρχεια. Αδύνατος, ψηλός, με μια κάπως γαμψή μύτη. Αν δεν είχε εκείνα τα παράξενα μαύρα μάτια, δεν θα τον πρόσεχα. Αμέσως πάντως βρήκαμε κοινά ενδιαφέροντα: μεσαιωνικοί θρύλοι, ιππότες, κάστρα. Ηταν Ιούλης κι έκανε ζέστη αφόρητη. Αφού ήπιαμε αρκετά και συζητήσαμε για ώρες, είπαμε να κάνουμε μια μεγάλη βόλτα –φιληθήκαμε, αγκαλιαστήκαμε, στριμωχτήκαμε σ’ έρημες γωνίες μέχρι το ξημέρωμα. Κάποια στιγμή μου πρότεινε να πάω στο σπίτι του. Δίστασα. Εξάλλου, σε λίγες ώρες θα πετούσα για Λονδίνο.

«Θα βρεθούμε σίγουρα όταν επιστρέψω», του υποσχέθηκα. Μα όταν γύρισα στην Ελλάδα, τα χείλη, η γλώσσα, τα ούλα μου είχαν γεμίσει πληγές, οπότε απέφυγα να τον συναντήσω. Καθώς η κατάσταση δεν βελτιωνόταν, αποφάσισα να πάω στο γνωστό νοσοκομείο της Αθήνας που εξειδικευόταν στις δερματικές παθήσεις. Εκεί με εξέτασε ένας γηραιός γιατρός. Μου είπε πως επρόκειτο για κάποιο επίμονο μικρόβιο, θα έπαιρνε δείγμα από τη φλεγμονή και θα ετοίμαζε τη σωστή συνταγή.

Την επομένη, όμως, με ειδοποίησαν να πάω επειγόντως στο νοσοκομείο. Εφτασα τρέμοντας.

«Ηρεμήστε, θα γίνετε καλά», μου είπε ο γηραιός γιατρός. «Μόνο που… η περίπτωσή σας ενδιαφέρει την Αστυνομία», μου εξήγησε. «Κοιτάξτε, τέτοια μικρόβια εντοπίζονται σε σώματα ανθρώπων σε αποσύνθεση. Δεδομένης της επικαιρότητας… ».

«Ποιας επικαιρότητας;».

«Εχετε ακούσει για τη βεβήλωση τάφων στο Α’ Νεκροταφείο; Βρέθηκε γενετικό υλικό στα πτώματα, υπάρχουν υποψίες νεκροφιλίας».

«Εγώ, νεκρόφιλη;» ρώτησα εξοργισμένη.

«Όχι εσείς, δεσποινίς. Ίσως κάποιος με τον οποίο είχατε επαφές», μου διευκρίνισε.

Οταν πήγα στο τμήμα, μου τα εξήγησαν όλα. Είχε βρεθεί σπέρμα στους παραβιασμένους τάφους. Κάποιος είχε αδυναμία στις νεαρές νεκρές.

«Μα αν είναι εκείνος που γνώρισα… Δεν ξέρω τίποτε γι’ αυτόν» τους αντέτεινα.

«Ναι, αλλά αν τον συναντήσετε, θα βρεθούμε στα ίχνη του».

Στο μυαλό μου στριφογύριζε η εικόνα του Μάριου να ανοίγει τάφους. Πώς θα μπορούσα να τον ξανασυναντήσω; Ευτυχώς για εμένα –δυστυχώς για τους αστυνόμους– το τηλέφωνό του ήταν πια απενεργοποιημένο. Εξαφνα, λες και ο Μάριος δεν υπήρξε ποτέ…

Παράλληλα, άρχισα τη θεραπεία, κάτι μεγάλες ενέσεις που έκανα στο νοσοκομείο. Με τον γηραιό γιατρό αστειευόμασταν πλέον για τη μακάβρια αρρώστια μου: «Δύσκολο να ξεκολλήσουμε τον θάνατο από πάνω μας, δεσποινίς… » μου έλεγε συχνά. Οταν επιτέλους έγινα καλά, έκανα ένα ξέφρενο πάρτι –ποιος να φανταζόταν τον λόγο… Το ξημέρωμα, όμως, πέφτοντας εξουθενωμένη για ύπνο, συνέβη κάτι παράξενο. Στο σκοτάδι ενός ονείρου είδα να με κυκλώνουν σιωπηλές σκιές με λευκά φορέματα. Ημουν σίγουρη πως ήταν οι νεκρές. Οι νεκρές των τάφων. Το επόμενο πρωί αποφάσισα να ρωτήσω τον αστυνόμο αν υπήρξαν εξελίξεις.

«Όχι… Αλλά αισιοδοξούμε. Δεν μπορεί, θα επιστρέψει στον τόπο του εγκλήματος… » μου είπε.

Οπως και να ’χει, δεν ξανάκουσα καμία σχετική είδηση. Οι νεκρές όμως συνέχισαν να με επισκέπτονται, ώσπου με εκείνον τον σκοτεινό κυκλωτικό χορό τους έγιναν κομμάτι κάθε νύχτας, κομμάτι μιας νέας ζωής. Επαψαν να με τρομάζουν κι άρχισα να νιώθω πως ίσως μόνο μαζί τους ζούσα πλήρης.

Μετά από χρόνια, συνάντησα στον δρόμο τον γηραιό γιατρό –είχε πλέον αποσυρθεί απ’ τα καθήκοντά του.

«Με θυμάστε;» τον ρώτησα.

«Πώς να σας ξεχάσω;» μου χαμογέλασε. «Μα πείτε μου, εκείνο το καλοκαίρι, όταν τον γνωρίσατε, νιώσατε τον ελάχιστο κίνδυνο;»

«Οχι, γιατί είχε τόσο όμορφα μάτια. Αυτά έσβηναν κάθε φόβο» του απάντησα αστειευόμενη. «Εξάλλου, καμιά φορά σκέφτομαι πως μπορεί να μην έφταιγε, ίσως ερχόταν κι ο ίδιος από τον κόσμο του θανάτου».

«Ισως… Πάντως, έχετε δίκιο: η ομορφιά άρχει των θαυμάτων του κόσμου. Να θυμάστε όμως: πάντα θα φέρετε εντός σας το ίχνος της παρελθούσης ασθενείας! Είστε, τρόπον τινά, μυημένη εις τα του θανάτου μυστήρια».

Δεν ξέρω αν ο καθηγητής διαισθάνθηκε τη σχέση μου με τις νεκρές, μ’ εκείνες που μου μετέδωσαν ανεπανόρθωτα τη γεύση του θανάτου τους. Τον χαιρέτησα χωρίς να του αποκαλύψω τίποτε για τις φίλες, τις αδερφές μου, μέσα στη ζεστή σκοτεινιά των ονείρων.

● Τελευταίο βιβλίο της Άννας Γρίβα είναι το μυθιστόρημα «Η αλχημίστρια» (Μελάνι, 2026).

* Συγγραφέας, ποιήτρια