Μπορεί να είναι φαινόμενο της εποχής, μπορεί και όχι. Ο λεγόμενος «αντισυστημισμός», όρος μάλλον παραπλανητικός σε σχέση με αυτό που πραγματικά συμβαίνει, δεν είναι τίποτε άλλο από την έκφραση μιας όλο και μεγαλύτερης κοινωνικής δυσφορίας, στην Ελλάδα αλλά και στη Δύση γενικά, απέναντι σε μια φιλελεύθερη δημοκρατία η οποία αποκτά όλο και μεγαλύτερα «καθεστωτικά» χαρακτηριστικά, διευρύνοντας τις αποστάσεις ανάμεσα στην εξουσία και τον καθημερινό άνθρωπο.
Ως προς τα καθ’ ημάς, η κοινωνική δυσφορία εύκολα διαγιγνώσκεται και στα ευρήματα της έρευνας που δημοσίευσε προχθές η «Εφημερίδα των Συντακτών» –αλλά και σε αντίστοιχα ευρήματα άλλων ερευνών– όπου ένα περίπου 60% του πληθυσμού λέει χοντρικά ότι τα προβλήματα της καθημερινότητας είναι μεγαλύτερα σήμερα από την περίοδο του τέλους των μνημονίων.
Χωρίς να χάνουμε το δάσος, που είναι ότι, παρόλα αυτά ακόμα και ετούτη η στρεβλή δημοκρατία μόνο στις χώρες μας συνεχίζει να υπάρχει, δεν μπορούμε να μην βλέπουμε ότι όλο και περισσότερα δέντρα αυταρχισμού, διαφθοράς, άμβλυνσης της διάκρισης των εξουσιών, υποχώρησης του κράτους δικαίου, μεγιστοποίησης της δύναμης «καθεστωτικών» οικονομικών και μιντιακών δυνάμεων, φυτρώνουν εντός του και αλλοιώνουν τη σύνθεσή του σε βαθμό που το δάσος αυτό να κινδυνεύει να αλλάξει εντελώς χαρακτήρα.
Την κύρια ευθύνη για αυτή την κατάσταση την έχουν βέβαια όσοι, ασκώντας την εξουσία, εντείνουν την έλλειψη διαφάνειας –που αποτελεί όμως τάση σύμφυτη με τις δομές της εκτελεστικής εξουσίας στις έμμεσες δημοκρατίες μας–, ανέχονται ή υποθάλπουν φαινόμενα διαφθοράς, πιέζουν τη δικαστική εξουσία, χαϊδεύουν οικονομικά και μιντιακά συμφέροντα σε υπερθετικό βαθμό. Επίσης την έχουν και όσοι θέλουν να ασκήσουν εξουσία και δεν έχουν καθαρό και ολοκληρωμένο πολιτικό λόγο.
Αν υπάρχει, ωστόσο, ένας σημαντικός βαθμός ευθύνης (ατομικής!) στον ψηφοφόρο, είναι ότι λόγω, πιθανότατα, του βαθμού απόγνωσης που τον διακατέχει, είναι απολύτως ικανός να τυφλωθεί και να πάρει παρορμητικές αποφάσεις που γρήγορα αποδεικνύονται καταστροφικές. Πώς είναι λ.χ. δυνατό να πιστέψει κανείς τόσο εύκολα κάποιον Τραμπ που ισχυρίζεται ότι θα σταματήσει τους πολέμους; Χωρίς καν να λαμβάνει υπόψη αυτό που βλέπει μπροστά στα μάτια του, έναν άνθρωπο φιλοχρήματο, με χυδαίο, ασυνάρτητο όσο και φτωχότατο λεξιλόγιο, με δήθεν αντισυμβατικό πορτοκαλί μαλλί; Και πώς μπορείς να ανεβείς τόσο εύκολα στο κύμα υποστήριξης ενός αυτοαποκαλούμενου αριστερού όπως ο κ. Κασσελάκης, χωρίς να βλέπεις και να ακούς το προφανές, ότι μέχρι πρότινος έγραφε άρθρα υπέρ δεξιού κόμματος, ότι θέλει να διοικεί ένα κόμμα σαν να διοικούσε επιχείρηση, ότι δεν έχει στιβαρή πολιτική συγκρότηση και ότι στον πολιτικό στίβο προσήλθε ως κομήτης; Και αυτό ανεξάρτητα από το ποιος και γιατί τον «φύτεψε»;
Ζούμε σε μια εποχή υποχώρησης της κριτικής σκέψης. Τα δέντρα που φυτρώνουν στο δάσος είναι λογής λογής και παράξενα, και οι άνθρωποι χάνουν τη δυνατότητα να αναγνωρίζουν τα γνώριμα μονοπάτια, χάνουν τον δρόμο τους στο δάσος και δεν βλέπουν ούτε δάσος ούτε ξέφωτο. Χρειάζεται ψυχραιμία και επιστροφή στα βασικά.
