«Άλλο ένα κοινοβουλευτικό πραξικόπημα της κυβερνητικής πλειοψηφίας, παραβιάζοντας το ρητά κατοχυρωμένο δικαίωμα της μειοψηφίας να καλεί πρόσωπα στην Επιτροπή Θεσμών και Διαφάνειας» έγραψε ο Ξενοφώντας Κοντιάδης. Και συνέχισε: «Ένα ακόμη επεισόδιο στον συστηματικό ευτελισμό του Συντάγματος, του Κανονισμού της Βουλής και των δικαιοκρατικών θεσμών από την Κυβέρνηση, με σκοπό να συγκαλύψει πολιτικά σκάνδαλα την τελευταία πενταετία. Όποια έκβαση κι αν έχουν οι εκλογές που πλησιάζουν, τα τραύματα στο συνταγματικό κράτος δεν είναι εύκολο να επουλωθούν, όπως βέβαια δεν επουλώθηκαν με την επικράτηση της Νέας Δημοκρατίας στις εκλογές του 2023, μετά τις οποίες η Κυβέρνηση έδειξε να αποθρασύνεται θεσμικά ακόμη περισσότερο. Χρειάζονται βαθιές αλλαγές στο πολιτικό και το δικαστικό σύστημα για να γίνει η χώρα μία κανονική δημοκρατία».
Στα «Νέα» έγραψε χθες για τις υποκλοπές και ο Αντώνης Καραμπατζός, καθηγητής στη Νομική Σχολή του ΕΚΠΑ:
Επί τέσσερα και πλέον χρόνια πλανάται στη χώρα το μείζον θεσμικό ζήτημα των υποκλοπών. Άλλοτε βρίσκεται στο περιθώριο της δημοσιότητας, άλλοτε όμως έρχεται στο προσκήνιο με αφορμή μία σημαντική δικαστική εξέλιξη ή κάποια ενέργεια ενός θύματος. Το τελευταίο συνέβη τις τελευταίες ημέρες με την αίτηση που υπέβαλε -έστω και με καθυστέρηση- ο πρώην πρωθυπουργός Αντ. Σαμαράς στην εισαγγελία του Αρείου Πάγου, ζητώντας την πλήρη διερεύνηση της δικής του παγίδευσης, κάνοντας λόγο για μία υπόθεση που προκαλεί «εύλογη ανησυχία για την εθνική ασφάλεια, τη λειτουργία των θεσμών και την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων».
Ήδη, πάντως, εδώ και καιρό, κάποια από τα θύματα των παρακολουθήσεων προσπαθούν επίμονα να βρουν το δίκιο τους. Μαζί με μαχητικούς νομικούς παραστάτες, εξαντλούν κάθε διαθέσιμο νόμιμο μέσο ενώπιον Δικαιοσύνης και Ανεξάρτητων Αρχών. Χρησιμοποιούν τη νομιμότητα ως όπλο έναντι της παρανομίας και της κρατικής αυθαιρεσίας. Ορισμένες φορές ανοίγει μία χαραμάδα αισιοδοξίας, άλλες ωστόσο, και δη σε κρίσιμες πτυχές της υπόθεσης, οι πόρτες της Δικαιοσύνης κλείνουν ερμητικά. Παράλληλα, κάποιοι αρμόδιοι δημόσιοι φορείς ή Αρχές αδιαφορούν συστηματικά. Θα μπορούσε να μιλήσει κανείς για καφκικές ή δυστοπικές καταστάσεις.
Ένας πολίτης που πιστεύει στη Δημοκρατία θα σκεφτεί δικαίως ότι η κατάσταση θέτει σε σοβαρή δοκιμασία τον φιλελεύθερο πυλώνα της Δημοκρατίας μας, τους θεσμούς και το κράτος δικαίου.
Άλλωστε, το ίδιο το Σύνταγμα διαγορεύει κατ’ αρχήν το απόλυτο απαραβίαστο του απορρήτου των επικοινωνιών (άρθ. 19), ενώ ο κοινός νομοθέτης, μεταξύ άλλων, προβλέπει αυστηρή ποινική μεταχείριση σε περίπτωση που από παράνομη επεξεργασία προσωπικών δεδομένων προκαλείται κίνδυνος για την ελεύθερη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος ή την εθνική ασφάλεια (άρθ. 38 Ν. 4624/2019).
Η κυβέρνηση και ο Πρωθυπουργός δεσμεύθηκαν αρχικά ότι θα χυνόταν άπλετο φως στην υπόθεση. Αλλά οι πράξεις εντός και εκτός Βουλής έδειξαν και δείχνουν διαφορετική διάθεση. Ένα ζήτημα μείζονος σπουδαιότητας από πλευράς προστασίας θεμελιωδών δικαιωμάτων αλλά και εθνικής ασφάλειας παραπέμπεται συνεχώς στην αρμοδιότητα της Δικαιοσύνης, λες και είναι δυνατόν να αφήνει αδιάφορη μία κυβέρνηση.
