Με την ολοκλήρωση των πανελλαδικών εξετάσεων, η δημόσια συζήτηση επικεντρώνεται συνήθως στον αριθμό των εισακτέων. Πολύ σπανιότερα τίθεται το ουσιαστικότερο ερώτημα: Ποιο πανεπιστήμιο οικοδομούμε και ποιο αναπτυξιακό πρότυπο υπηρετεί; Το κρίσιμο διακύβευμα δεν είναι μόνο η διεύρυνση της πρόσβασης στην ανώτατη εκπαίδευση, αλλά η ισορροπία ανάμεσα στην απονομή τίτλων και την παραγωγή νέας γνώσης.
Τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ δείχνουν ότι μεταξύ 2010 και 2023/24 οι νέοι πτυχιούχοι αυξήθηκαν κατά 12%, οι νέοι διδάκτορες κατά 22%, ενώ οι νέοι μεταπτυχιακοί υπερτριπλασιάστηκαν, αγγίζοντας μια αύξηση κατά 231%… Η εξέλιξη αυτή δεν αποτελεί απλώς μια ποσοτική μεταβολή. Αντανακλά μια βαθύτερη μετατόπιση του κέντρου βάρους της ανώτατης εκπαίδευσης προς τη μεταπτυχιακή βαθμίδα.
Η εκρηκτική ανάπτυξη των μεταπτυχιακών συνδέεται ταυτόχρονα με τη μεταβολή των όρων ανταγωνισμού στην αγορά εργασίας. Καθώς το βασικό πτυχίο χάνει μέρος της διακριτικής του αξίας, ολοένα περισσότεροι απόφοιτοι αναζητούν περισσότερους τίτλους για να διαφοροποιηθούν επαγγελματικά. Το μεταπτυχιακό τείνει έτσι να μετατραπεί σε απαραίτητο μέσο επαγγελματικής διάκρισης.
Παράλληλα, η παρατεταμένη περίοδος δημοσιονομικής πίεσης που αντιμετώπισαν τα πανεπιστήμια, η περιορισμένη κρατική χρηματοδότηση και η ανάγκη εξεύρεσης ιδίων πόρων λειτούργησαν ως ισχυρά κίνητρα για την ανάπτυξη μεταπτυχιακών προγραμμάτων με δίδακτρα. Με αποτέλεσμα η μεταπτυχιακή εκπαίδευση να «αναβαθμιστεί» σε κύριο μηχανισμό οικονομικής επιβίωσης πολλών ιδρυμάτων. Πρόκειται για εξέλιξη που οφείλεται ουσιαστικά στην πολιτική επιλογή ορισμένων κυβερνήσεων τα τελευταία χρόνια, που μετέφεραν σταδιακά μέρος του οικονομικού βάρους λειτουργίας των ΑΕΙ προς την αγορά εκπαιδευτικών υπηρεσιών.
Η ευρωπαϊκή διάσταση του φαινομένου είναι ακόμα πιο αποκαλυπτική. Ενώ η Ελλάδα βελτιώνει τη θέση της ως προς τους πτυχιούχους, υποχωρεί στους δείκτες που συνδέονται περισσότερο με την ερευνητική δραστηριότητα. Χαρακτηριστικά, από την πρώτη θέση στην Ευρωπαϊκή Ενωση ως προς τους διδάκτορες ανά 100 μεταπτυχιακούς το 2010, βρίσκεται σήμερα στη δέκατη. Πριν από δεκαπέντε χρόνια η χώρα παρήγε αναλογικά λιγότερους μεταπτυχιακούς αλλά περισσότερους ερευνητές. Σήμερα παράγει πολύ περισσότερους μεταπτυχιακούς αλλά αναλογικά λιγότερους διδάκτορες.
Η εξέλιξη αυτή είναι σε άμεση συνάρτηση με τη νεοφιλελεύθερη προσέγγιση της ανώτατης εκπαίδευσης που εδραίωσαν τα τελευταία χρόνια οι κυρίαρχες κυβερνητικές επιλογές. Το πανεπιστήμιο, πλέον, αντιμετωπίζεται περισσότερο ως οργανισμός παροχής εκπαιδευτικών υπηρεσιών και λιγότερο ως θεσμός παραγωγής γνώσης. Η ποσοτική αύξηση των τίτλων θεωρείται καθοριστική ένδειξη επιτυχίας, ενώ η ερευνητική αποστολή των ιδρυμάτων υποβαθμίζεται. Προφανώς, η διαπίστωση αυτή δεν οφείλεται αποκλειστικά στην οικονομική κρίση. Παρά τη σημαντική αύξηση των δαπανών για έρευνα και ανάπτυξη, με την ερευνητική ένταση να ανέρχεται από περίπου 0,6% του ΑΕΠ το 2010 σε 1,54% το 2024, η παραγωγή διδακτορικών δεν ακολούθησε αντίστοιχη πορεία.
Επιπλέον, η δημόσια δαπάνη ανά φοιτητή τριτοβάθμιας εκπαίδευσης παραμένει περίπου τρεις φορές χαμηλότερη από τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ. Το πρόβλημα δεν αφορά δηλαδή μόνο το ύψος των διαθέσιμων πόρων, αλλά κυρίως τις κυβερνητικές προτεραιότητες που καθορίζουν την κατανομή τους. Παράδειγμα: τα μη κρατικά πανεπιστήμια, επικεντρωμένα σε ελκυστικά προπτυχιακά και μεταπτυχιακά προγράμματα, χωρίς ισχυρές επενδύσεις στην έρευνα, στις διδακτορικές σπουδές και παραγωγή νέας γνώσης, κινδυνεύουν να ενισχύσουν την αγοραπωλησία εκπαιδευτικών τίτλων.
Οι επιπτώσεις υπερβαίνουν τον χώρο της εκπαίδευσης. Οι χώρες που πρωταγωνιστούν στην τεχνητή νοημοσύνη, στη βιοτεχνολογία, στην πράσινη μετάβαση και στην καινοτομία διαθέτουν ισχυρές ερευνητικές κοινότητες. Η παραγωγή νέας γνώσης αποτελεί στρατηγικό συντελεστή οικονομικής ανάπτυξης, τεχνολογικής αυτονομίας και διεθνούς ανταγωνιστικότητας. Το ίδιο ισχύει και για τις ανθρωπιστικές και κοινωνικές επιστήμες, οι οποίες συμβάλλουν στην κατανόηση των κοινωνικών ανισοτήτων, των πολιτικών συμπεριφορών, των δημοκρατικών θεσμών και των πολιτισμικών μετασχηματισμών. Μια χώρα που υποβαθμίζει την έρευνα στους τομείς αυτούς περιορίζει την ικανότητά της να κατανοεί και να διαχειρίζεται τις ίδιες τις κοινωνικές της προκλήσεις.
Πίσω από τους αριθμούς κρύβεται μια βαθύτερη επιλογή. Θα παραμείνει η Ελλάδα μια χώρα που εισάγει έτοιμη γνώση, τεχνολογία και καινοτομία ή θα επενδύσει συστηματικά στα πανεπιστήμιά της ώστε να συμμετέχει η ίδια στην παραγωγή τoυς; Πρόκειται για επιλογή με οικονομικές, κοινωνικές, πολιτισμικές και γεωπολιτικές συνέπειες. Το ερώτημα είναι ποιος θα τη λάβει: η «δημοσκοπική» κοινή γνώμη ή η ελληνική κοινωνία ως εκλογικό σώμα στις επικείμενες εκλογές; Αν, φυσικά, έχει απαντηθεί προηγουμένως από τα κόμματα που φιλοδοξούν να κυβερνήσουν.
*Oμότιμος καθηγητής, πρώην πρύτανης του Παντείου Πανεπιστημίου
