Τα μνημονιακά δάνεια θα συνεχίσουν να βαραίνουν τα δημόσια οικονομικά της Ελλάδας για πολλές ακόμη δεκαετίες, καθώς η πλήρης αποπληρωμή τους αναμένεται να ολοκληρωθεί το 2070, παρά τη σημαντική αποκλιμάκωση του χρέους ως ποσοστό του ΑΕΠ.
Σύμφωνα με την εαρινή έκθεση 2026 του Ελληνικού Δημοσιονομικού Συμβουλίου (ΕΔΣ), τα δάνεια που έλαβε η χώρα την περίοδο 2010-2018 από τους ευρωπαϊκούς μηχανισμούς στήριξης και τις χώρες της Ευρωζώνης ανέρχονται συνολικά σε 288,7 δισ. ευρώ, με την εξόφλησή τους να εκτείνεται έως το 2070.
Οπως αναφέρει η ΕΡΤ, Μέχρι σήμερα έχουν αποπληρωθεί περίπου 77 δισ. ευρώ, ποσό στο οποίο περιλαμβάνονται και τα 32,1 δισ. ευρώ προς το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο. Ωστόσο, παραμένει ανεξόφλητο υπόλοιπο ύψους 211,4 δισ. ευρώ, το οποίο θα συνεχίσει να αποπληρώνεται για τις επόμενες δεκαετίες.
Αναλυτικά, από τα 52,9 δισ. ευρώ των διμερών διακρατικών δανείων (GLF) που χορηγήθηκαν στην Ελλάδα από χώρες της Ευρωζώνης, απομένουν περίπου 26,3 δισ. ευρώ. Εκτιμάται ότι στο τέλος του 2026 θα απομένουν περίπου 19 δισ. ευρώ, τα οποία αναμένεται να εξοφληθούν πρόωρα με ετήσιες καταβολές περίπου 5 δισ. ευρώ για τα επόμενα τέσσερα χρόνια, με τελική ημερομηνία αποπληρωμής το 2031.
Από τα δάνεια του Ευρωπαϊκού Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (EFSF), συνολικού ύψους 141,8 δισ. ευρώ, το ανεξόφλητο ποσό ανέρχεται περίπου στα 125,7 δισ. ευρώ. Με βάση το ισχύον χρονοδιάγραμμα, οι πληρωμές θα συνεχιστούν έως το 2070.
Παράλληλα, η χρηματοδοτική βοήθεια ύψους 58,8 δισ. ευρώ από τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας (ESM), που δόθηκε στο πλαίσιο του τρίτου προγράμματος στήριξης, προβλέπεται να αποπληρωθεί από το 2034 έως το 2060.
Επιπλέον υποχρεώσεις άνω των 23 δισ. ευρώ
Στις παραπάνω υποχρεώσεις προστίθενται και άλλα δάνεια που έχει λάβει η Ελλάδα. Πρόκειται για χρηματοδοτήσεις από την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων (EIB) και το πρόγραμμα στήριξης για τον περιορισμό των επιπτώσεων της ανεργίας σε περιόδους έκτακτης ανάγκης, με συνολικό ανεξόφλητο υπόλοιπο 11,6 δισ. ευρώ.
Επιπλέον, υπάρχουν δάνεια ύψους 11,4 δισ. ευρώ από τον Μηχανισμό Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας (RRF), η αποπληρωμή των οποίων αναμένεται να ξεκινήσει το 2032.
Με την προσθήκη αυτών των ποσών, οι συνολικές υποχρεώσεις που θα πρέπει να εξυπηρετηθούν μέχρι το 2070 ξεπερνούν τα 230 δισ. ευρώ.
Η πορεία του ελληνικού χρέους
Παρά το μεγάλο ύψος των υποχρεώσεων, το Ελληνικό Δημοσιονομικό Συμβούλιο καταγράφει σημαντική μείωση του χρέους ως ποσοστό του ΑΕΠ.
Στο τέλος του 2025, η Ελλάδα εξακολουθεί να οφείλει περίπου 220 δισ. ευρώ σε ευρωπαϊκούς θεσμούς, ποσό που αντιστοιχεί περίπου στο 88% του ΑΕΠ και στο 55% του δημόσιου χρέους της κεντρικής διοίκησης.
Το συνολικό δημόσιο χρέος διαμορφώθηκε στο τέλος του 2025 στο 146,1% του ΑΕΠ, σημειώνοντας μείωση κατά 8 ποσοστιαίες μονάδες σε σχέση με το 2024. Για το 2026 προβλέπεται περαιτέρω αποκλιμάκωση, με το χρέος να υποχωρεί στο 136,8% του ΑΕΠ.
Εφόσον επιβεβαιωθούν οι προβλέψεις, το δημόσιο χρέος αναμένεται να πέσει κάτω από το 140% του ΑΕΠ, ενώ η πτωτική πορεία εκτιμάται ότι θα συνεχιστεί έως το 2029, όταν αναμένεται να διαμορφωθεί κάτω από το 120% του ΑΕΠ.
Η μείωση αυτή αποδίδεται κυρίως στην ονομαστική ανάπτυξη της οικονομίας και στη διατήρηση υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων. Σύμφωνα με τα στοιχεία της έκθεσης, τα πρωτογενή πλεονάσματα συνέβαλαν κατά 4,9 ποσοστιαίες μονάδες στη μείωση του λόγου χρέους προς ΑΕΠ το 2025, ενώ για το 2026 η συμβολή τους εκτιμάται στις 3,2 ποσοστιαίες μονάδες.
Απαραίτητα τα πρωτογενή πλεονάσματα για δεκαετίες
Το ΕΔΣ επισημαίνει ότι η αποπληρωμή του χρέους θα απαιτήσει τη διατήρηση συστηματικών πρωτογενών πλεονασμάτων για πολλές ακόμη δεκαετίες.
Όπως αναφέρεται στην έκθεση: «η αποπληρωμή του χρέους θα απαιτήσει συστηματικά πρωτογενή δημοσιονομικά πλεονάσματα τις προσεχείς δεκαετίες, ακόμα και αν η σχέση του ρυθμού οικονομικής μεγέθυνσης με τα επιτόκια δανεισμού της ελληνικής οικονομίας εξακολουθήσει να είναι σχετικά ευνοϊκή».
Με βάση τις συστάσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, η Ελλάδα θα πρέπει να διατηρεί κατά μέσο όρο ετήσια πρωτογενή πλεονάσματα περίπου 2% του ΑΕΠ σε βραχυπρόθεσμο και μεσοπρόθεσμο ορίζοντα.
Ωστόσο, το ΕΔΣ υπογραμμίζει ότι η επίτευξη τόσο υψηλών πλεονασμάτων για μεγάλο χρονικό διάστημα αποτελεί σημαντική πρόκληση για την ελληνική οικονομία, καθώς εξαρτάται από πολλούς παράγοντες, όπως η πορεία των επιτοκίων, η ανάπτυξη, τα φορολογικά έσοδα και η εξέλιξη του νέου δημόσιου χρέους που αποκτάται από τις διεθνείς αγορές.
