Το 2024, μια μελέτη που δημοσιεύτηκε στο BMC Psychology κατέληγε πως η ενεργή εμπλοκή με το Μουντιάλ σχετίζεται θετικά με την ψυχική ευεξία, κυρίως επειδή ικανοποιούνται βασικές ψυχολογικές ανάγκες όπως η σύνδεση με άλλους, η αίσθηση συμμετοχής και η κοινωνική ένταξη. Κάθε φορά που διεξάγεται το Παγκόσμιο Κύπελλο ποδοσφαίρου, δισεκατομμύρια άνθρωποι σε ολόκληρο τον κόσμο συμμετέχουν σε ένα γεγονός που υπερβαίνει τα όρια του αθλητισμού, βιώνοντας συγκινήσεις σε ένα κοινωνικά αποδεκτό πλαίσιο. Πρόσφατη έρευνα του Πανεπιστημίου Waseda στην Ιαπωνία, σε δείγμα άνω των 20.000 ατόμων, διαπίστωσε ότι όσοι παρακολουθούν συστηματικά αθλητικούς αγώνες αναφέρουν υψηλότερα επίπεδα ψυχικής ευεξίας και ικανοποίησης από τη ζωή σε σχέση με όσους δεν παρακολουθούν αθλητικά γεγονότα.
Τι κάνει τους φιλάθλους να πανηγυρίζουν, να κλαίνε, να τραγουδούν ή ακόμη και να συγκρούονται; Τι ψυχολογικές και κοινωνικές διεργασίες κρύβονται πίσω από την οπαδική συμπεριφορά και τι διαφοροποιεί τον οπαδό από τον φίλαθλο;
Η οπαδική συμπεριφορά εμφανίζεται σε όλες τις κοινωνικές τάξεις, ηλικίες και μορφωτικά επίπεδα, καθώς συνδέεται με την ανθρώπινη ανάγκη για ταυτότητα, ένταξη, αναγνώριση και συλλογικό νόημα.
Ο Σίγκμουντ Φρόιντ, στην «Ψυχολογία των Μαζών και Ανάλυση του Εγώ» υποστήριξε ότι τα άτομα μέσα σε μια μάζα παύουν να λειτουργούν αποκλειστικά ως αυτόνομες προσωπικότητες. Αντίθετα, αναπτύσσουν σχέσεις ταύτισης με ένα κοινό αντικείμενο αγάπης ή θαυμασμού. Στην περίπτωση του ποδοσφαίρου, η ομάδα λειτουργεί ως τέτοιο αντικείμενο. Ο οπαδός προβάλλει πάνω της επιθυμίες, προσδοκίες και ιδανικά στοιχεία του εαυτού του. Η νίκη της ομάδας βιώνεται ως προσωπική επιτυχία, ενώ η ήττα ως προσωπικό πλήγμα. Από ψυχαναλυτική σκοπιά, η ομάδα μπορεί να λειτουργήσει είτε ως συμβολικός «ιδανικός εαυτός», είτε ως φορέας ναρκισσιστικών επενδύσεων, είτε ως αντικείμενο συναισθηματικής προσκόλλησης. Ο αθλητικός αγώνας λειτουργεί ως συμβολικό πεδίο εκφόρτισης αυτών των συναισθημάτων. Στην περίπτωση του Μουντιάλ εκατομμύρια άνθρωποι συμμετέχουν σε μια παγκόσμια τελετουργία, όπου συναντώνται η εθνική ταυτότητα, το συναίσθημα και η συλλογική φαντασία. Οι οπαδοί δεν παρακολουθούν απλώς έναν αγώνα· συμμετέχουν σε μια διαδικασία μέσα από την οποία επιβεβαιώνουν σε ποια κοινότητα ανήκουν και ποιο νόημα αποδίδουν στη συλλογική τους ύπαρξη. Για αρκετούς η ομάδα γίνεται ένα σταθερό σημείο αναφοράς μέσα σε έναν κόσμο που χαρακτηρίζεται από αβεβαιότητα και διαρκείς αλλαγές, καλύπτοντας την ανάγκη για κοινωνική ένταξη, αναζήτηση νοήματος και συλλογική συμμετοχή, που παλιότερα κάλυπτε η θρησκεία, η παραδοσιακή οικογένεια, η γειτονιά. Οι εθνικές ομάδες μετατρέπονται σε συμβολικές προεκτάσεις των εθνών και κατ’ επέκταση οι αγώνες δεν εκλαμβάνονται μόνο ως αθλητικοί ανταγωνισμοί αλλά και ως συγκρούσεις συμβολικού κύρους, ιστορικής μνήμης και εθνικής υπερηφάνειας.
Βάσει της θεωρίας της κοινωνικής ανθρωπολογίας, οι οπαδικές κοινότητες λειτουργούν συχνά σαν σύγχρονες «φυλές». Πρόκειται για κοινότητες που διαθέτουν κοινά σύμβολα, τελετουργίες μύησης, κοινή γλώσσα, δεσμούς αλληλεγγύης. Ο Γάλλος κοινωνιολόγος Émile Durkheim περιέγραψε το φαινόμενο του «συλλογικού αναβρασμού» κατά το οποίο τα άτομα βιώνουν έντονα συναισθήματα μέσα από τη συμμετοχή σε μια κοινή τελετουργική εμπειρία. Η θεωρία της κοινωνικής ταυτότητας των Henri Tajfel και John Turner υποστηρίζει ότι σημαντικό μέρος της αυτοαντίληψής μας προέρχεται από τις ομάδες στις οποίες ανήκουμε. Μάλιστα ο Victor Turner περιέγραψε τις τελετουργίες ως στιγμές όπου αναστέλλονται προσωρινά οι καθημερινές κοινωνικές διαφορές.
Υπάρχει ωστόσο και η άλλη όψη. Η υπερβολική συναισθηματική επένδυση σε αθλητικά γεγονότα μπορεί να προκαλέσει έντονο στρες. Μελέτες που κατέγραψαν φυσιολογικούς δείκτες φιλάθλων έδειξαν σημαντική αύξηση της σωματικής και ψυχολογικής διέγερσης κατά τη διάρκεια κρίσιμων αγώνων Σε άτομα δε με προϋπάρχουσες αγχώδεις διαταραχές, η υπερβολική παρακολούθηση θα μπορούσε να λειτουργήσει ακόμα πιο επιβαρυντικά. Γνωρίζουμε μέσα από την κοινωνική ψυχολογία πως μέσα στο πλήθος παρατηρείται συχνά μείωση της ατομικής ευθύνης και ενίσχυση της συμμόρφωσης προς την ομάδα. Από ψυχαναλυτική σκοπιά, η επιθετικότητα ερμηνεύεται ως προβολή ανεπιθύμητων στοιχείων του εαυτού στον «άλλο». Ο αντίπαλος γίνεται ο φορέας όλων όσων η ομάδα απορρίπτει, με αποτέλεσμα οι ομάδες να ενισχύουν την επιθετικότητα απέναντι στους «άλλους». Να μην ξεχνάμε εξάλλου πως η διάδοση του ποδοσφαίρου σε παγκόσμια κλίμακα –όπως έγραφε ο Εντουάρντο Γκαλεάνο– ήταν αποτέλεσμα ενός ιμπεριαλιστικού τεχνάσματος, με στόχο να καθηλώνονται οι καταπιεσμένοι ή αδικημένοι λαοί στην παιδική τους ηλικία… δηλαδή να επιτυγχάνεται μια καθήλωση όπου το ζωώδες ένστικτο θα επιβάλλεται στην ανθρώπινη λογική… η βία θα είναι διάχυτη και η χειραγώγηση πιο εύκολη. Αυτό θέλουμε;
