ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Νόρα Ράλλη
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Δεν μπορώ παρά να ξεκινήσω έτσι: η Σουλαμίτ Αλόνι (Shulamit Aloni) ήταν μια αδιανόητη γυναίκα. Από αυτές που σου είναι δύσκολο να πιστέψεις ότι υπήρξαν στ’ αλήθεια. Οχι μόνο γιατί οι πολιτικές της θέσεις θα μπορούσαν να της κοστίσουν τη ζωή, όχι μόνο γιατί πρωτοπόρησε μέσα σε ένα καταφανώς ανδροκρατούμενο περιβάλλον, και μάλιστα εβραϊκό, αλλά γιατί δεν σταμάτησε ποτέ. Απολύτως ποτέ. Το πολιτικό της αποτύπωμα δεν χωράει σε νεκρολογίες. Η ταυτότητά της δεν τελειώνει στο ότι ήταν η μητέρα τού Udi Aloni, από τους σημαντικότερους κινηματογραφιστές, διανοητές και ακτιβιστές υπέρ της Παλαιστίνης. Η Σουλαμίτ Αλόνι ήταν από τις σημαντικότερες γυναίκες σε όλη την ιστορία του Ισραήλ: πολιτικός, νομικός, φεμινίστρια, συγγραφέας, υπέρμαχος των πολιτικών δικαιωμάτων, ενοχλητική φωνή απέναντι στην κατοχή και σφοδρή αντίπαλος της θρησκευτικής κυριαρχίας πάνω στο κράτος. Και όλα αυτά στο Ισραήλ! Μέσα στη χώρα της, για τη χώρα της, απέναντι στη χώρα της, απέναντι στην ίδια την εβραϊκότητά της. Για να αναδείξει κάτι πάνω και πέρα από αυτά – ποιος το κάνει αυτό; Πώς το κάνει; Και μάλιστα αν είσαι γυναίκα και όχι τώρα, αλλά δεκαετίες πριν;

Γεννημένη ως Shulamit Adler τον Δεκέμβριο του 1927 σε οικογένεια Εβραίων πολωνικής καταγωγής, μεγάλωσε στο Τελ Αβίβ και ανήκε στη γενιά που έζησε την ίδρυση του κράτους του Ισραήλ. Σπούδασε νομικά στο Εβραϊκό Πανεπιστήμιο της Ιερουσαλήμ και πολύ νωρίς ασχολήθηκε με την εκπαίδευση, τα κοινωνικά δικαιώματα και την υπεράσπιση των αδύναμων. Η πολιτική της πορεία ξεκίνησε μέσα από το Εργατικό Κόμμα, αλλά η Aloni δεν ήταν άνθρωπος που άντεχε εύκολα την πειθαρχία του μηχανισμού. Το 1973 ίδρυσε το Ratz, το Κίνημα Πολιτικών Δικαιωμάτων και Ειρήνης, ένα κόμμα που έφερε στο κέντρο της ισραηλινής δημόσιας ζωής ζητήματα τα οποία μέχρι τότε αντιμετωπίζονταν ως «δευτερεύοντα»: δικαιώματα των γυναικών, πολιτικές ελευθερίες, ισότητα των Αράβων πολιτών του Ισραήλ (σ.σ. θυμίζουμε αυτό που μας είπε πρόσφατα ο γιος της Udi με αφορμή την περφόρμανς που δίνει σήμερα στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών/Επιδαύρου: «Μόνο το 1% των συμπολιτών του θεωρούν Αραβες και Εβραίους ίσους!»), διαχωρισμός κράτους και θρησκείας, δικαιώματα των ΛΟΑΤΚΙ ανθρώπων, ειρήνη με τους Παλαιστινίους. Ολα αυτά, τα οποία ούτε σήμερα δεν τολμάει κανείς πολιτικός στο Ισραήλ -ούτε άντρας ούτε γυναίκα- να εκφράσει, τα έλεγε η ίδια ήδη από το 1973!

Η Aloni υπηρέτησε για 28 χρόνια στην Κνεσέτ (σ.σ. κοινοβούλιο του Ισραήλ) και πέρασε από υπουργικές θέσεις: Παιδείας και Πολιτισμού, Επικοινωνιών, Επιστήμης και Τεχνών. Ως υπουργός Παιδείας στην κυβέρνηση του Γιτζάκ Ράμπιν βρέθηκε στο στόχαστρο των θρησκευτικών κομμάτων εξαιτίας των απόψεών της για την κοσμική εκπαίδευση, την κριτική σκέψη και τον περιορισμό της θρησκευτικής επιρροής στο δημόσιο σχολείο. Τελικά αναγκάστηκε να αποχωρήσει από το υπουργείο Παιδείας το 1993 έπειτα από πίεση των υπερορθόδοξων κομμάτων. Η ίδια όμως δεν ηττήθηκε πολιτικά. Αντίθετα, η απομάκρυνσή της επιβεβαίωσε ακριβώς αυτό που εκπροσωπούσε: τη σύγκρουση ανάμεσα σε ένα Ισραήλ κοσμικό, δημοκρατικό, δικαιωματικό και σε ένα Ισραήλ θρησκευτικό, εθνικιστικό, στρατιωτικοποιημένο.

Αυτό που την έκανε ξεχωριστή δεν ήταν μόνο τι πίστευε, αλλά και ο τρόπος που το έλεγε. Δεν μιλούσε με μισόλογα. Δεν χάιδευε ούτε την ισραηλινή Δεξιά, ούτε τους στρατιωτικούς, ούτε τους υπερορθόδοξους ραβίνους, ούτε την υποκριτική διεθνή υπεράσπιση του Ισραήλ «ό,τι κι αν κάνει», απλά και μόνο επειδή ήταν η χώρα της. Ενα από τα πιο σημαντικά και συχνά ξεχασμένα σημεία της διαδρομής της είναι η συμβολή της στην αποποινικοποίηση της ομοφυλοφιλίας στο Ισραήλ. Τη δεκαετία του ’80 στήριξε νομοθετικές πρωτοβουλίες που άνοιξαν δρόμο για τα ΛΟΑΤΚΙ δικαιώματα σε μια κοινωνία που τότε κάθε άλλο παρά έτοιμη ήταν να τα αποδεχτεί. Την είχαν αποκαλέσει «μητέρα και προφήτη της Αριστεράς», γράφοντας ότι ήταν η γυναίκα που έκανε τα ανθρώπινα δικαιώματα κεντρικό ζήτημα της αριστερής πολιτικής ατζέντας στο Ισραήλ και ότι στάθηκε απέναντι στους στρατηγούς και τους ραβίνους μέχρι το τέλος. Η ίδια έλεγε πάντα: «Είναι πολύ εύκολο να κατηγορήσεις ανθρώπους ως αντισημίτες επειδή ασκούν κριτική στην κυβέρνηση του Ισραήλ και συνεχώς να επικαλείσαι το Ολοκαύτωμα και τα δεινά των Εβραίων. Και όλο αυτό να το χρησιμοποιείς ως δικαιολογία για τα εγκλήματα που κάνουμε εναντίον των Παλαιστινίων».

Απέναντι στους Παλαιστινίους υπήρξε από τις πιο καθαρές ισραηλινές φωνές. Δεν έβλεπε την κατοχή ως «πρόβλημα ασφαλείας», αλλά ως ηθική, πολιτική και ανθρώπινη καταστροφή. Σε συνέντευξή της στο Democracy Now! το 2002 είπε πως η κατοχή σκοτώνει τους Παλαιστινίους, αλλά αποτελεί και καταστροφή για τους Ισραηλινούς ηθικά και οικονομικά και πως «συχνά επιστρατεύονται το Ολοκαύτωμα και η κατηγορία του αντισημιτισμού ως μηχανισμός φίμωσης. Είναι ένα κόλπο. Το χρησιμοποιούμε πάντα». Τόσο αφοπλιστική!

Το 2000 τιμήθηκε με το Israel Prize, την κορυφαία κρατική διάκριση του Ισραήλ, για τη συνολική προσφορά της. Πέθανε στις 24 Ιανουαρίου 2014 αφήνοντας πίσω της τρεις γιους, ανάμεσά τους και τον Udi Aloni. Αλλά η πραγματική της κληρονομιά είναι πολιτική. Η Shulamit Aloni υπερασπίστηκε μια εβραϊκότητα που δεν χρειαζόταν κατοχή για να νιώσει ασφαλής, μια δημοκρατία που δεν φοβόταν τα δικαιώματα των άλλων, μια Αριστερά που δεν έκρυβε το παλαιστινιακό ζήτημα κάτω από το χαλί. Και ξεχώρισε γιατί δεν δέχτηκε ποτέ ότι η μνήμη ενός διωγμένου λαού μπορεί να γίνει άλλοθι για την καταπίεση ενός άλλου.