Εξ αρχής, είναι αναγκαία μία διευκρίνιση: η συμφωνία κατάπαυσης του πυρός και έναρξης ειρηνευτικών συνομιλιών για τη συνολική διευθέτηση του πολέμου μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν είναι ακόμα εξαιρετικά εύθραυστη και θεωρείται βέβαιο ότι θα συναντήσει πολλά εμπόδια και απόπειρες υπονόμευσης όχι μόνο από το Ισραήλ, που τη βλέπει –και ορθώς– ως μία στρατηγική ήττα για το ίδιο, αλλά και από το αμερικανικό «βαθύ κράτος» που πολύ δύσκολα θα ανεχθεί ένα τέτοιο ράπισμα στο παγκόσμιο status της Υπερδύναμης. Συνεπώς, όσο δικαιολογημένη κι αν είναι η ικανοποίηση όλων για την προοπτική να λήξει ακόμα ένας άσκοπος και εγκληματικός πόλεμος στη Μέση Ανατολή, πρέπει να είναι κανείς αισιόδοξος μεν, επιφυλακτικά δε.
Τούτου λεχθέντος, πρέπει επίσης να τονιστεί ότι η διαφαινόμενη εξέλιξη των γεγονότων στο μέτωπο αυτό, εφόσον ολοκληρωθεί, είναι ιστορικής σημασίας που δυνητικά ανοίγει ένα παράθυρο ευκαιρίας για τη διεθνή ειρήνη και ασφάλεια μακροπρόθεσμα. Ο κόσμος του 21ου αιώνα –πλέον είναι κοινός τόπος– βρίσκεται σε μια επώδυνη διαδικασία αναδιάταξης και μετάβασης από το μονοπολικό μοντέλο που επικράτησε μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου σε ένα νέο, όπου οι ΗΠΑ, ως ηγεμόνας της Συλλογικής Δύσης, αναγνωρίζουν, θέλοντας και μη, την ύπαρξη άλλων Μεγάλων Δυνάμεων –της Κίνας, προφανώς, αλλά και της Ρωσίας–, καθώς και Μεσαίων, όπως η Ινδία και η Βραζιλία, που διεκδικούν το δικό τους μερίδιο στον παγκόσμιο καταμερισμό ισχύος. Στην παρούσα φάση, οι Δυνάμεις αυτές δοκιμάζουν η μία τα όρια της άλλης και οι ένοπλες συγκρούσεις στα σημεία επαφής των διεκδικούμενων σφαιρών επιρροής είναι το αποτέλεσμα.
Φαίνεται ότι στην περίπτωση του Ιράν οι ΗΠΑ εντοπίζουν τα δικά τους όρια, καθώς και την πραγματικότητα ενός σύγχρονου πεδίου μάχης όπου μία μεσαίας κατηγορίας δύναμη, υποστηριζόμενη από μία ή περισσότερες δυνάμεις μεγάλης κατηγορίας (εν προκειμένω, από την Κίνα και τη Ρωσία) και αξιοποιώντας τις τεχνολογικές εξελίξεις στον ασύμμετρο πόλεμο, τη γεωγραφία και τις διεθνείς διπλωματικές και οικονομικές ισορροπίες, είναι σε θέση να αμυνθεί πολύ αποτελεσματικά έναντι της επίθεσης μιας πολύ ισχυρότερης χώρας. Παρεμπιπτόντως, αυτό είναι ένα μάθημα που παίρνει και η Ρωσία στον πόλεμο της Ουκρανίας, ενώ από την άλλη πλευρά το ΝΑΤΟ και η Ε.Ε. αρχίζουν, απρόθυμα, να συνειδητοποιούν ομοίως ότι η ιδέα μιας ρωσικής στρατηγικής ήττας ή/και διεθνούς απομόνωσης και οικονομικού στραγγαλισμού της Μόσχας επ’ άπειρον είναι τόσο ανεδαφική όσο και επικίνδυνη.
Ευχής έργον θα ήταν να μεταβεί το διεθνές σύστημα στις νέες βάσεις ισορροπίας χωρίς έναν νέο Παγκόσμιο Πόλεμο – κάτι που ούτε αυτονόητο είναι ούτε προφανώς αποφεύχθηκε στο παρελθόν, με καταστροφικές συνέπειες για την Ανθρωπότητα. Με την έλευση της Πυρηνικής Εποχής, αυτές οι συνέπειες θα ήταν κατακλυσμιαίες, γεγονός που απέτρεψε τη μετατροπή του Πρώτου Ψυχρού Πολέμου σε θερμό. Υπ’ αυτήν την έννοια, οι σημερινοί πόλεμοι δι’ αντιπροσώπων στην Ουκρανία και στο Ιράν μπορούν να ιδωθούν σαν βαλβίδα εκτόνωσης.
Τέλος, ο λόγος που η λέξη «Ευρώπη» δεν αναφέρεται πουθενά σε αυτό το άρθρο είναι ότι, δυστυχώς, η μονίμως διχασμένη και δομικά παρηκμασμένη Γηραιά Ηπειρος έχει –εκούσια ή ακούσια, είναι πλέον αδιάφορο– καθηλωθεί στη θέση του ήσσονος εταίρου εντός της αμερικανικής ηγεμονίας, χωρίς ορατή προοπτική (ούτε, όμως, κάποια ιδιαίτερη διάθεση) πραγματικής αυτονόμησης.
*Δικηγόρος, διδάκτορας Νομικής
