Η νοσταλγία είναι ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά του μεταμοντερνισμού / ύστερου καπιταλισμού. Το παρελθόν επιστρέφει όχι όπως θα επιθυμούσαμε, αλλά ως μια «παρωδία δίχως δόντια», ένα παστίς (pastiche), στο οποίο η ειρωνεία και ο κυνισμός πρωτοστατούν. Σε αυτό το παρόν όλα επαναλαμβάνονται και επανατοποθετούνται στη χρονική συγκυρία που επαναπροσδιορίζονται. Από τη μουσική μέχρι τις ψηφιακές τάσεις, ζούμε στην εποχή της ρετρομάνιας (για να χρησιμοποιήσω μια φράση του Σάιμον Ρέινολντς), όπου οι «παραγωγοί (καλλιτέχνες) και οι υποστηρικτές τους (καταναλωτές) […] αντί να πρωτοπορούν και να καινοτομούν έχουν γίνει επιμελητές και αρχειοθέτες».
Στη συναυλία των Gorillaz στην Πλατεία Νερού την προηγούμενη εβδομάδα, η νοσταλγία ήταν μέρος αυτής της εμπειρίας. Οι ίδιοι οι Gorillaz, τα γενναιότερα παιδιά ενός παγκοσμιοποιημένου κόσμου, το γνωρίζουν αυτό. Τα animation visual του Jamie Hewlett, η φωνή και η παρουσία του Damon Albarn, τα σαμπλαρισμένα κομμάτια, οι συνεργαζόμενοι καλλιτέχνες μιας «άλλης εποχής», η διεθνοποίηση του brand που έχουν κατασκευάσει. Η μπάντα πατάει πάνω στην πεποίθηση ότι το μέλλον έχει ήδη ακυρωθεί. Είναι ένα μέλλον που ακόμα το περιμένουμε να φτάσει (it’s coming on, it’s coming on) με την εύρεση της ουτοπίας να γίνεται όλο και πιο δύσκολη.
Ο Damon Albarn και ο Jamie Hewlet είναι τα απότοκα του θατσερισμού. Παιδιά της δεκαετίας του ’80. Ο Albarn δημιούργησε τους «ελιτιστές» Blur και ο Hewlet το Tank Girl, ένα κόμικς – σήμα αντίστασης στους ομοφοβικούς νόμους της Μάργκαρετ Θάτσερ. Οι ιδρυτές των Gorillaz είναι υποκείμενα μιας γενιάς που πρώτη εκείνη ακύρωσε το μέλλον και μεγαλούργησε σε έναν κόσμο άδικο, εργαλειοποιώντας ένα σύστημα ανισοτήτων ώστε να παρουσιάσουν μια πραγματικότητα που έχει κυριευτεί από δαίμονες, μια κοινωνία σε αποσύνθεση, μια «γη» στα πρόθυρα της κλιματικής καταστροφής. Η αφήγηση των Gorillaz ακροβατεί ανάμεσα στο δίλημμα του κατά πόσο ζούμε σε μια οργουελική δυστοπία, όπου ο έλεγχος επιτυγχάνεται μέσω του ελέγχου, ή σε μια χαξλεϊανή, όπου ο έλεγχος επέρχεται μέσω της ηδονής.
Ως παιδιά της παγκοσμιοποίησης και του ύστερου καπιταλισμού, οι Gorillaz φαίνεται ότι έχουν μπουχτίσει και έχουν λάβει τα μέτρα τους, προσπαθώντας να σκιαγραφήσουν μια ουτοπία τόσο εντός της πολυμεσικής αφήγησης αλλά και στο πλαίσιο της παραγωγής μουσικής.
Η αναζήτηση της ουτοπίας
Η ουτοπία έχει χαθεί, γράφει ο Fredric Jameson, στο Politics of Utopia, διότι έχει αποδυναμωθεί η ιδέα τόσο της ιστορικότητας όσο και της φαντασίας εντός του ύστερου καπιταλισμού. «Είναι δύσκολο να φανταστούμε οποιοδήποτε ριζοσπαστικό πολιτικό πρόγραμμα σήμερα χωρίς τη σύλληψη μιας συστημικής ετερότητας, μιας εναλλακτικής κοινωνίας, που μόνο η ιδέα της ουτοπίας φαίνεται να την κρατάει ζωντανή, αν μη τι άλλο ελεύθερη». Αυτή τη δυσκολία να φανταστούμε ένα εναλλακτικό ριζοσπαστικό πρόγραμμα εκτός των κλειστών τειχών του νεοφιλελευθερισμού, την αναγνωρίζει ο Albarn στην πολιτική δράση, η οποία κατά τον ίδιο υποφέρει από τη νοσταλγία, με αποτέλεσμα να ενδυναμώνει την απομόνωση και τις πολιτικές του φόβου.
Ο Hewlet, επίσης, σε συνέντευξή του συνέδεσε την πολιτική της νοσταλγίας με την άνοδο της ακροδεξιάς στη Γαλλία.
Εχοντας διανύσει τη δεκαετία του ’80 ως έφηβοι και τα 90s και τις αρχές της νέας χιλιετίας ως ενήλικες καταξιωμένοι καλλιτέχνες, τα τραύματα μιας κοινωνίας συνεχώς σε εμπόλεμη κατάσταση χαράσσονται στους στίχους και στις στιλιστικές επιλογές των μελών του συγκροτήματος. Ο Damon Albarn εμφανίζεται με ένα στρατιωτικό τζάκετ και ένα κόκκινο σκουφί. Με αυτόν τον τρόπο μοιάζει με απόστρατο ή εξόριστο δικτάτορα, ενώ τα υπόλοιπα μέλη της μπάντας σαν λιποτάκτες φοράνε σε στάμπα το σήμα της ειρήνης.
Η πασιφιστική τους στάση διακρίνεται στο τρίτο τους άλμπουμ, στο οποίο διαμορφώνουν και το πρώτο όραμα μιας ουτοπίας, όπου αυτοκρατορίες «πέφτουν σαν κύματα» και η επιβίωση των ανθρώπων επιτυγχάνεται πάνω σε πλαστικά νησιά, εκεί που δεν υπάρχουν πόλεμοι, όπλα, σώματα ασφαλείας, αλλά μόνο η ζωή, η αγάπη και η διασκέδαση. Στην παραγωγή μουσικής η «ψεύτικη μπάντα», όπως την έχουν περιγράψει, έχει καταφέρει να δημιουργήσει ένα παγκόσμιο δίκτυο διανομής και παραγωγής, τόσο με μουσικούς, αλλά και με κομίστες, σεναριογράφους, παραγωγούς κ.ο.κ. Το 2025 οι Gorillaz δημιούργησαν και την πρώτη ανεξάρτητη δισκογραφική εταιρεία τους, την Kong Records, με τον Damon Albarn να επιδιώκει να «ανοίξει» την αγορά, καλώντας και άλλους καλλιτέχνες να συνδράμουν στο νέο εγχείρημα.
Ο καθηγητής πολιτισμικών σπουδών Λαρς Εκσταϊν περιγράφει το φαινόμενο των Gorillaz ως μια «κρίσιμη καινοτομία η οποία διαχειρίζεται τον πειραματισμό ελευθεριακά και ρομαντικά με μοντερνιστικούς λόγους αυθεντικότητας, ενώ παραμένει αυστηρά μέσα σε έναν κόσμο που έχει κυριευτεί από μεγάλες δισκογραφικές εταιρείες μουσικής».
Μπορούν οι Gorillaz να ικανοποιήσουν ένα ουτοπικό όραμα στις υπάρχουσες συστημικές συνθήκες όπου ζουν και εργάζονται; Ο καπιταλισμός πάντα αφήνει το περιθώριο ανατροφοδότησης αντι-ηγεμονικών αντιλήψεων και οι Gorillaz έχουν βρει αυτό το μικρό παράθυρο όπου αμφισβητούν την παγκοσμιοποίηση που την ίδια στιγμή χρησιμοποιούν για να δημιουργούν και να παράγουν μουσική. Αυτό μας επαναφέρει πάλι στα γραπτά του Jameson, ο οποίος επιμένει ότι η προσπάθεια για εναλλακτικό όραμα δεν σταματάει, καθώς η αναβίωση της ουτοπίας και τα αποτελέσματά της δεν θα γίνουν αμέσως ορατά εντός ενός παγκοσμιοποιημένου κόσμου, αλλά και μόνο η επαναφορά της συζήτησης για τις ουτοπικές πολιτικές μέσω της φαντασίας και της αναγνώρισης του ιστορικού πλαισίου, είναι ίσως η μόνη μας ευκαιρία για ένα μέλλον που θα καταφέρουμε να προσεγγίσουμε.
