Το 1781, στον Πρόλογο της πρώτης έκδοσης της «Κριτικής του Καθαρού Λόγου», ο Ι. Καντ σημείωνε: «Η εποχή μας είναι η καθαυτό εποχή της κριτικής στην οποία πρέπει να υποβάλλονται τα πάντα. Η Θρησκεία προβάλλοντας την αγιότητά της και η νομοθεσία τη μεγαλειότητά της ζητούν συνήθως να της ξεφύγουν. Με αυτό όμως προκαλούν δικαιολογημένη υποψία εναντίον τους και δεν μπορούν να διεκδικούν τον ανυπόκριτο σεβασμό που ο λόγος προσφέρει μόνο σε ό,τι μπόρεσε να αντέξει τον ελεύθερο και δημόσιο έλεγχό τους».
Τρία χρόνια μετά, το 1784, ο ίδιος Καντ απαντούσε στο ερώτημα τι είναι ο Διαφωτισμός: «Διαφωτισμός είναι η έξοδος του ανθρώπου από την ανωριμότητά του για την οποία φταίει ο ίδιος. Ανωριμότητα είναι η αδυναμία του ανθρώπου να μεταχειρίζεται τον νου του χωρίς την καθοδήγηση κάποιου άλλου. Γι’ αυτή την ανωριμότητά του ο άνθρωπος φταίει όταν η αιτία της έγκειται όχι στην ανεπάρκεια της διάνοιάς του, αλλά στην έλλειψη αποφασιστικότητας και θάρρους να μεταχειριστεί τη διάνοιά του χωρίς την καθοδήγηση ενός άλλου. Sapere aude! Να έχεις το θάρρος να μεταχειρίζεσαι τη δική σου διάνοια! Αυτή είναι η εμβληματική φράση του Διαφωτισμού».
Με αυτές τις δύο λιτές και βαρυσήμαντες ρήσεις στα τέλη του 18ου αιώνα ο φιλόσοφος του Königsberg κατοχυρώνει με ακρίβεια τη δημόσια κριτική σκέψη ως δομικό θεμέλιο τόσο της επιστήμης όσο και της ανθρώπινης χειραφέτησης από κάθε είδους κηδεμονία.
Το θέμα των σχέσεων επιστήμης, τεχνολογίας και χειραφέτησης δεν είναι καινούργιο, έχει απασχολήσει εδώ και χρόνια τις κοινωνικές επιστήμες και τις διάφορες εκδοχές της πολιτικής φιλοσοφίας, βλέπε Marcuse, Heidegger, Sartre… για να περιοριστώ προς το παρόν σ’ αυτούς τους επώνυμους διανοούμενους.
Οι κοινωνικές χρήσεις των τεχνολογικών επαναστάσεων στο πλαίσιο των ισχυουσών καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής δεν ήταν ποτέ ουδέτερες ή ανιδιοτελείς. Αποσκοπούν πάντα στη διευρυμένη αναπαραγωγή και συσσώρευση του κεφαλαίου όπως και στην αύξηση των ποσοστών κέρδους των οικονομικών κλάδων που επωφελούνται από την εκάστοτε τεχνολογική επανάσταση. Επιπλέον και κυρίως επιφέρουν ανακατατάξεις των σχέσεων ισχύος και ανταγωνισμών σε ευρεία γεωπολιτική κλίμακα. Η σύμπτυξη επιστημονικών επιτεύξεων τεχνολογίας και πολέμου σηματοδοτείται στο πέρασμα του 19ου στον 20ό αιώνα με την έκρηξη του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου και κορυφώνεται τραγικά στο τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου με τις δύο ατομικές βόμβες. Κάτω από αυτό το ιστορικό πρίσμα η υποταγή της επιστήμης και των επιστημονικών επιτεύξεων στις τεχνολογικές επιδόσεις ως μέσο επιβολής ηγεμονικών αξιώσεων συνιστά ακύρωση της κριτικής σκέψης, θεμέλιο, όπως είπαμε, της επιστήμης και της ανθρώπινης χειραφέτησης.
Στις μέρες μας η χρήση της Τ.Ν. στους εν εξελίξει πολέμους μικρών, μεσαίων και οξυμένων εντάσεων τροφοδοτεί ένα κλίμα «οργανωμένου χάους» και «οργανωμένου απρόβλεπτου», εκφράσεις που δεν συνιστούν πλέον λεκτικά οξύμωρα, αλλά που δηλώνουν μια οξύμωρη πραγματικότητα: τα πάντα είναι δυνατά. Η ευρεία εγκαθίδρυση και η προβλεπόμενη παντοδυναμία της Τ.Ν. συνιστούν πλέον θέματα καθημερινών δημοσιεύσεων και αναλύσεων που τροφοδοτούν συγχρόνως ελπίδες, ανησυχίες, αν όχι και πανικό. Ορισμένοι από τους κατασκευαστές αυτών των λογαρίθμων μάς επισημαίνουν τον οριακό κίνδυνο της Τ.Ν., την εν δυνάμει δηλαδή υπέρβαση του δημιουργού από το δημιούργημά του, το ανεξέλεγκτο του δημιουργήματος! Το ερώτημα είναι αν η Τ.Ν. συνιστά μια απλή γραμμική συνέχιση των προγενέστερων τεχνολογικών επαναστάσεων ή αν, αντίθετα, παράγει κάτι το ποιοτικά νέο, μια νέα συνθήκη σχέσεων μεταξύ μηχανής και ανθρώπου, συνθήκη που ακυρώνει ντε φάκτο την κριτική σκέψη.
Η προσωπική μου παρατήρηση όσον αφορά τον πυρήνα της Τ.Ν. είναι τούτη: «Διερωτόμαστε συχνά με ποια κριτήρια οφείλουμε να διαμορφώσουμε (να προσδιορίσουμε) το τάδε πράγμα (ή το τάδε γεγονός), την ίδια στιγμή που αυτό το πράγμα (ή γεγονός) διαμορφώνει (προσδιορίζει) τα υποκείμενα που καλούνται να απαντήσουν σ’ αυτήν την ερώτηση». Δεν βρίσκω άλλο τρόπο για να διατυπώσω τον «φαύλο κύκλο» που προκαλεί σε μένα η χρήση τής Τ.Ν.. Δεν έχω εντοπίσει τίποτα το παρόμοιο σε όλες τις προγενέστερες τεχνολογικές επαναστάσεις. Και εν κατακλείδι ένα ερώτημα που δεν θεωρώ κατά κανένα τρόπο ρητορικό, ειδικά για την Αριστερά:
1920 – Λένιν: «Ο κομμουνισμός είναι η εξουσία των σοβιέτ συν η ηλεκτροδότηση όλης της χώρας» (βλέπε, Λένιν, 8ο Συνέδριο των Σοβιέτ, Δεκέμβριος 1920, Απαντα, τ. 31, σελ. 537).
2026: Μπορούμε να ισχυριστούμε σήμερα, σε αντιστοιχία, ότι: «Ο σοσιαλισμός θα είναι η εξουσία των Εργατικών Συμβουλίων συν την εφαρμογή της Τ.Ν. σε ευρεία κλίμακα»;
Επαναλαμβάνω, το ερώτημα δεν είναι ρητορικό. Και προσωπικά θα ήμουν πολύ επιφυλακτικός απέναντι σε μια αβασάνιστη θετική απάντηση. Η «Αρχαιολογία της γνώσης» (Mισέλ Φουκό) μας είναι ιδιαίτερα χρήσιμη στο ποσοστό που μας αναδεικνύει διαχρονικά προβλήματα της νεωτερικότητας ως υπόδειγμα ανάπτυξης, οικονομικής μεγέθυνσης και εκσυγχρονισμού – αναφέρθηκα πιο πάνω σε κάποιους σύγχρονους στοχαστές της επιστήμης, της τεχνολογίας και της ανθρώπινης χειραφέτησης, καλό θα ήταν να ξαναπιάναμε το νήμα αυτής της συζήτησης…
*Καθηγητής Πολιτικής Κοινωνιολογίας, Βρυξέλλες
