Η κυριαρχία οπισθοδρομικών δυνάμεων στην κεντρική πολιτική σκηνή των δυτικών χωρών είναι πλέον δεδομένη. Από τον Trump στις ΗΠΑ ως τη Meloni στην Ιταλία, τον Wilders στην Ολλανδία και τον Nawrocki στην Πολωνία, ή το Μητσοτάκη στη χώρα μας, το AfD στη Γερμανία, το Εθνικό Μέτωπο στη Γαλλία ως το Chega στην Πορτογαλία και το Reform UK στο Ηνωμένο Βασίλειο, η παραδοσιακή κεντροδεξιά και η υπερσυντηρητική ακροδεξιά είτε βρίσκονται σε θέσεις εξουσίας είτε έχουν αποσπάσει δεσπόζουσα εκλογική επιρροή μεταξύ των κομμάτων της αντιπολίτευσης.
Τα αίτια αυτής της τάσης δεν είναι δυσεύρετα. Κοινωνικές ανισότητες και η οικονομική ανασφάλεια τροφοδοτούν τη ολοένα και εντεινόμενη δυσανεξία που νιώθουν οι πολίτες απέναντι στη μετανάστευση και στην πολιτική της «συμπερίληψης», ειδικά πληθυσμών με δυσκολίες ενσωμάτωσης, ενώ παράλληλα εξαντλούν και τη διάθεσή τους να κατανοήσουν σύνθετα ζητήματα όπως τις αναγκαιότητες της πράσινης μετάβασης, της επέκτασης των μηχανισμών υπερεθνικής συνεργασίας και της επένδυσης στην τεχνολογική καινοτομία. Μέσα από αυτές τις ρωγμές της κοινωνικής ανοχής και της αδυναμίας κατανόησης ξεπροβάλλει η εμπέδωση της μισαλλοδοξίας, του εθνικισμού, του πολιτισμικού συντηρητισμού, της αμφισβήτησης των θεσμών και της επικράτησης των απλοϊκών αφηγημάτων, όλα κοινά στοιχεία του προγραμματικού λόγου των οπισθοδρομικών ρευμάτων, ανεξαρτήτου χώρας προέλευσης.
Επιπλέον παρατηρείται μία αποξένωση των προοδευτικών κομμάτων από τα παραδοσιακά τους εκλογικά ακροατήρια: τα κόμματα αυτά έχουν αναπτύξει στο πέρασμα των ετών έντονα στοιχεία ελιτισμού, νεποτισμού και πελατειασμού, αντίστοιχα με εκείνα των συντηρητικών κομμάτων εξουσίας, ενώ υιοθετούν και παρεμφερείς θέσεις σε ευρεία γκάμα τομέων πολιτικής. Όλο αυτό το πλαίσιο θολώνει το διακριτό στίγμα τους μέσα στο κομματικό φάσμα: έχουν μετατραπεί στη συνείδηση των πολιτών σε κομμάτι της καθεστηκυίας τάξης, αδυνατώντας πλέον να προτείνουν καινοτόμες λύσεις στις σύνθετες προκλήσεις της εποχής.
Κι όμως, η εικόνα της κυριαρχίας των συντηρητικών δυνάμεων αλλάζει σημαντικά εάν κοιτάξουμε στο επίπεδο της τοπικής αυτοδιοίκησης. Για παράδειγμα, στη Νέα Υόρκη, ο μουσουλμάνος σοσιαλιστής Zohran Mamdani εξελέγη δήμαρχος με πάνω από δύο εκατομμύρια ψήφους και ήδη κάνει πράξη όσα υποσχέθηκε προεκλογικα με σημαντικές πολιτικές τομές για την πόλη. Στην Ουάσιγκτον αυτή την περίοδο, η Janeese Lewis George σαρώνει στις προκριματικές για τη Δημαρχία. Στο Λος Άντζελες, η πολεοδόμος Nithya Raman διεκδικεί με σοβαρές πιθανότητες τον ίδιο θώκο. Στο Παρίσι, ο σοσιαλιστής Emmanuel Grégoire, ψηφίστηκε από τους πολίτες ως ο άξιος συνεχιστής μιας μακράς προοδευτικής παρακαταθήκης, της Anne Hidalgo, με τις τομές που προώθησε υπέρ της βιώσιμης κινητικότητας και της πράσινης μετάβασης, πράγμα που αναδεικνύει ότι οι τομές αυτές επηρέασαν καθοριστικά την πολιτική ατζέντα της πόλης και την βούληση για δυναμική συνέχιση της. Στο Μόναχο υπάρχει ο «πράσινος» Δήμαρχος Dominik Krause, στη Βαρκελώνη ο σοσιαλιστής Jaume Collboni Cuadrado. Στο Λονδίνο, ο Sadiq Khan, γιος Πακιστανού οδηγού λεωφορείου, διανύει την τρίτη θητεία του ως Δήμαρχος. Στη Βουδαπέστη ο φιλελεύθερος Karácsony κρατάει τον δήμο παρά τις τεράστιες πιέσεις της (απελθούσας πλέον) κυβέρνησης του Orbán.
Στην Ελλάδα, η τεχνοκρατική και μεταρρυθμιστική αυτή δυναμική αποτυπώθηκε ιστορικά στην Αθήνα του Γιώργου Καμίνη και στη Θεσσαλονίκη του Γιάννη Μπουτάρη, οι οποίοι απέδειξαν πώς η τοπική διακυβέρνηση μπορεί να υπερβεί την εσωστρέφεια και μάλιστα σε μια εποχή, που η οικονομική κρίση και τα μνημόνια δεν άφηναν κανένα περιθώριο στους ελληνικούς Δήμους για επιχειρησιακό σχεδιασμό, ενώ συνεχίζεται σήμερα στην Αθήνα, με τον Χάρη Δούκα, που κέρδισε με ιστορική ανατροπή το 2023, και διοικεί την πρωτεύουσα υπό συνθήκες οικονομικού στραγγαλισμού από την κυβέρνηση Μητσοτάκη. Φεύγοντας από τις μεγάλες πόλεις, αξιοσημείωτο είναι το παράδειγμα του Σίμου Ρούσσου, Δημάρχου Χαλανδρίου, που διάγει την τρίτη του θητεία.
Αξίζει να τονιστεί παράλληλα ότι η παρουσία γυναικών σε κορυφαίες θέσεις τοπικής διακυβέρνησης, από την Hidalgo έως τη Raman και τη George, φανερώνει την ανάγκη περαιτέρω ενίσχυσης της ισότιμης εκπροσώπησης στη δημόσια ζωή, ιδιαίτερα σε μια περίοδο κατά την οποία οι δημοκρατικοί θεσμοί δοκιμάζονται.
Αναδύεται πράγματι ένα διεθνές κίνημα αστικής προοδευτικής διακυβέρνησης ή το φαινόμενο είναι συγκυριακό; Αξιόπιστη απάντηση δεν μπορεί να δοθεί, όμως είναι αξιοπρόσεκτο το γεγονός ότι οι πολιτικές προτεραιότητες όλων αυτών των προοδευτικών Δημάρχων μοιάζουν εντυπωσιακά μεταξύ τους: αντιμετώπιση στεγαστικής κρίσης και υπερτουρισμού, βιοκλιματικές αναπλάσεις και ενεργειακή αναβάθμιση κτηριακών υποδομών, ενίσχυση και αναβάθμιση δημόσιων μεταφορών και σχολείων, παρεμβάσεις περιορισμού επιπτώσεων ακραίων καιρικών φαινομένων, εστιασμένες παρεμβάσεις για μείωση ανισοτήτων και ενίσχυση προσβασιμότητας, σύγκρουση με αυταρχικές κεντρικές κυβερνήσεις. Και όλοι τους αναπτύσσουν και χρησιμοποιούν εργαλεία αστικής καινοτομίας και συμμετοχικής δημοκρατίας, βασιζόμενοι στη συλλογή και επιστημονική ανάλυση δεδομένων για σχεδιασμό εξατομικευμένων λύσεων στα τοπικά προβλήματα. Δεν είναι τυχαίο ότι οι πόλεις αναδεικνύονται ολοένα και περισσότερο σε κόμβους ανταλλαγής τεχνογνωσίας και καινοτομίας μέσω διεθνών δικτύων συνεργασίας, επιβεβαιώνοντας στην πράξη τη διαπίστωση του Benjamin Barber [1] ότι οι τοπικές αρχές μπορούν να λειτουργήσουν ως αποτελεσματικοί φορείς επίλυσης σύνθετων προβλημάτων σε ένα διασυνδεδεμένο κόσμο.
Εδώ βρίσκεται ίσως το κλειδί της διαφορικής στάσης των πολιτών όταν καλούνται να εμπιστευθούν τα προοδευτικά κόμματα της κεντρικής πολιτικής σκηνής σε σχέση με προοδευτικά σχήματα στην τοπική αυτοδιοίκηση: ενώ τα προοδευτικά κόμματα σε εθνικό επίπεδο υιοθετούν μία top down μεθοδολογία σχεδιασμού οριζόντιων πολιτικών σε μια κοινωνία που τα θεωρεί πια μέρους του κατεστημένου, οι σοσιαλιστές Δήμαρχοι κινούνται με ανεστραμμένη, bottom up λογική. Προσεγγίζουν τον πολίτη, ακούν τους προβληματισμούς του, φέρνουν τη λύση στην πόρτα του, επιδιώκουν ορατά, μετρήσιμα αποτελέσματα.
Μήπως αυτή είναι η συνταγή της επιστροφής των προοδευτικών κομμάτων στο προσκήνιο και της κεντρικής πολιτικής σκηνής; Να πάρουν μαθήματα από την φιλοσοφία των επιτυχημένων προοδευτικών συνδυασμών ανά τις διάφορες πόλεις των δυτικών χωρών; Η ιστορία θα δώσει τις τελικές απαντήσεις. Εκείνο που ήδη διαφαίνεται είναι ότι η αποκατάσταση της εμπιστοσύνης των πολιτών στην πολιτική περνά μέσα από πολιτικές που δοκιμάζονται, αξιολογούνται και παράγουν απτά αποτελέσματα σε τοπικό επίπεδο προκειμένου να εφαρμοστούν σε μεγαλύτερη κλίμακα. Άρα, το μάθημα της εποχής μοιάζει σαφές: η πολιτική ανανέωση δεν κατεβαίνει από τα κόμματα στις πόλεις, αντίθετα, ανεβαίνει από τις πόλεις στα κόμματα.
[1] If Mayors Ruled the World: Dysfunctional Nations, Rising Cities», 2013, Yale University Press
* Οικονομολόγος, πρώην στέλεχος ΟΤΑ & σύμβουλος πολιτικής
Νευρολόγος, Επ. Καθηγητής Ιατρικής
Μηχανικός Περιβάλλοντος
Οικονομολόγος
