ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Κώστας Ελευθερίου*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Η πρόσφατη παραίτηση του Κιρ Στάρμερ από τη θέση του πρωθυπουργού του Ηνωμένου Βασιλείου, η έκτη παραίτηση πρωθυπουργού στην τελευταία δεκαετία, είναι δηλωτική μιας εμφανούς μετατόπισης στον τρόπο με τον οποίο γινόταν αντιληπτό το βρετανικό πολιτικό σύστημα. Στα εγχειρίδια της συγκριτικής πολιτικής, το Ηνωμένο Βασίλειο ήταν το πρότυπο ενός εδραιωμένου δικομματισμού ανάμεσα σε δύο ισχυρά και κοινωνικά γειωμένα κόμματα, τα οποία συναποτελούν τους πυλώνες του κομματικού ανταγωνισμού, εναλλάσσονται στην εξουσία εκφράζοντας σαφώς προσδιορισμένες πολιτικές εναλλακτικές και ασκούν μονοκομματικό έλεγχο στην κυβέρνηση όταν βρεθούν στην εξουσία, βασιζόμενα σε συμπαγείς κοινοβουλευτικές ομάδες και διασφαλίζοντας εντέλει τη σταθερότητα του συστήματος εν συνόλω.

Η λειτουργία αυτή συνεπικουρείται και από το πλειοψηφικό εκλογικό σύστημα ενός γύρου σε μονοεδρικές περιφέρειες, το οποίο ευνοεί τη διαμόρφωση καθαρών κοινοβουλευτικών πλειοψηφιών. Το μοντέλο του Γουέστμινστερ, το οποίο αντανακλά αυτή την πλειοψηφική λογική, θέτει το πρόταγμα της κυβερνησιμότητας ως κεντρικό έναντι της αναλογικής εκπροσώπησης, ορίζοντας εντέλει την κυβερνησιμότητα ως βασικό κριτήριο της πολιτικής σταθερότητας. Υπό αυτή την έννοια, η επαναλαμβανόμενη αδυναμία ολοκλήρωσης της πρωθυπουργικής θητείας από διαδοχικούς ηγέτες, αλλά και η συνεχιζόμενη εκλογική μεταβλητότητα, δεν συνιστούν απλώς συγκυριακές εξελίξεις, αλλά ένδειξη βαθύτερης αποσταθεροποίησης ενός συστήματος που παραδοσιακά ταυτιζόταν με την ανθεκτικότητα, τη συνέχεια και την προβλεψιμότητα της κυβερνητικής εξουσίας.

Καθοριστικό, βεβαίως, υπήρξε το Brexit ως πολιτική εξέλιξη η οποία αποκάλυψε οικονομικές, κοινωνικές, πολιτισμικές και φυλετικές διαιρέσεις, αμφισβήτησε την πολιτική αποτελεσματικότητα των μέινστριμ κομμάτων και έδωσε χώρο στη βρετανική Ακροδεξιά, υπό τη μορφή του Reform UK. Επί της ουσίας, το Brexit αποτέλεσε μια νέα πολιτική διαίρεση, που διαπέρασε οριζόντια τα περισσότερα κόμματα και οδήγησε τον βρετανικό συντηρητισμό σε βαθιά κρίση, ενώ για ένα διάστημα δίχασε και το Εργατικό Κόμμα, ιδίως κατά την περίοδο της ηγεσίας Κόρμπιν. Το Brexit ως διαίρεση είχε ταυτοτικά χαρακτηριστικά, εδραιώθηκε στο πεδίο ενός πολωμένου και συγκινησιακά φορτισμένου κοινωνικού και πολιτικού ανταγωνισμού και εντέλει κατέστη επίδικο, τόσο για συστημικά όσο και για αντισυστημικά προτάγματα.

Προέκταση αυτών των αντιθέσεων συνιστούν οι ξενοφοβικές εκρήξεις, καθώς και η δημοσκοπική και εκλογική ενίσχυση του Reform UK. Για μια κοινωνία η οποία υπήρξε –και εξακολουθεί εν πολλοίς να θεωρείται– προπύργιο φιλελεύθερων αξιών και υπόδειγμα της ακεραιότητας των κοινοβουλευτικών θεσμών, η ανάδυση της αντισυμβατικής πολιτικής, με αριστερές και δεξιές απολήξεις, διαμορφώνει νέα πλαίσια κατανόησης της πολιτικής. Την ίδια στιγμή, το εκλογικό σύστημα εξακολουθεί να περιφρουρεί τη συμβατική πολιτική, κάτι που αποτυπώθηκε με ιδιαίτερη σαφήνεια στις τελευταίες εκλογές του 2024, όπου ένας υψηλός δείκτης κατακερματισμού του κομματικού συστήματος, όπως προέκυψε βάσει ψήφων, αντιστοιχήθηκε εντέλει με έναν χαμηλό δείκτη κατακερματισμού των κοινοβουλευτικών κομμάτων, όπως αποτυπώθηκε βάσει κοινοβουλευτικών εδρών.

Για την αποχώρηση Στάρμερ από την πρωθυπουργία, κρίσιμη παράμετρος είναι το ίδιο το Εργατικό Κόμμα ως μέρος της κρίσης του βρετανικού πολιτικού συστήματος. Ο δικομματισμός του Ηνωμένου Βασιλείου, όπως προαναφέρθηκε, βασίστηκε στη λογική της ύπαρξης εναλλακτικών κυβερνητικών προτάσεων. Πρακτικά όμως, ήδη από τη δεκαετία του 1990, το Εργατικό Κόμμα, με την ιδεολογία του Τρίτου Δρόμου βρέθηκε σε συγκλίνουσα πορεία με τους Συντηρητικούς, οδηγώντας σε αυτό που ο Πίτερ Μέιρ είχε κάποτε ονομάσει «δημοκρατία χωρίς κόμματα». Αυτή υπήρξε η βάση της κυριαρχίας του μπλερισμού, σε μια άλλη εποχή με πολύ διαφορετικούς κοινωνικο-οικονομικούς όρους. Από το 2010 και μετά, όμως, εν μέσω αλλεπάλληλων κρίσεων και μακράς στασιμότητας της βρετανικής οικονομίας και με αποκορύφωμα τις γεωπολιτικές ανακατατάξεις της εποχής Τραμπ, οι αντιθέσεις και οι αντισυστημικές τάσεις ενισχύθηκαν σημαντικά. Σε αυτή τη φάση, το Εργατικό Κόμμα λειτούργησε σε μεγάλο βαθμό ως θεματοφύλακας του πολιτικού μέινστριμ. Και όταν απέκτησε, την περίοδο 2015-2020, μια ηγεσία που μπορούσε να απευθυνθεί στον χώρο της κοινωνικής διαμαρτυρίας, η κομματική του γραφειοκρατία έκανε ό,τι μπορούσε για να την εξοβελίσει. Ο Στάρμερ, ουσιαστικά, από το 2020 και μετά οικοδόμησε την πολιτική του στρατηγική γύρω από την υπόσχεση μιας επιστροφής στην κανονικότητα, υιοθετώντας έναν σαφώς κεντρώο λόγο. Η εκλογική του επικράτηση δεν βασίστηκε τόσο σε διεύρυνση της κοινωνικής απήχησης του Εργατικού Κόμματος, όσο στην κατάρρευση της εκλογικής βάσης των Συντηρητικών και κυρίως στη διαρροή ψήφων προς το Reform UK, η οποία διευκόλυνε την κατάκτηση μιας ευρείας κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας.

Με αυτόν τον τρόπο, το Εργατικό Κόμμα κατόρθωσε να κερδίσει τις εκλογές παρά τη μείωση του συνολικού αριθμού ψήφων του σε σχέση με το 2019, χωρίς όμως να έχει διαμορφώσει σταθερούς όρους πολιτικής και κοινωνικής κυριαρχίας – κάτι που έγινε εμφανές στις τοπικές εκλογές του 2025-2026. Υπό αυτήν την έννοια, η αποχώρηση Στάρμερ δεν θα πρέπει να ερμηνευθεί απλώς ως μια ατομική πολιτική αποτυχία, αλλά ως ένδειξη μιας βαθύτερης κρίσης εκπροσώπησης, η οποία διαπερνά πλέον και τα δύο ιστορικά κόμματα εξουσίας του Ηνωμένου Βασιλείου.

*Επίκουρος καθηγητής του τμήματος Πολιτικής Επιστήμης ΔΠΘ Συντονιστής κύκλου πολιτικής ανάλυσης Ινστιτούτου Εναλλακτικών Πολιτικών ΕΝΑ