Παρά την επίσημη κυβερνητική θέση ότι η ελληνική οικονομία όχι μόνο έχει επιστρέψει στην «κανονικότητα», αλλά αποτελεί και παράδειγμα στην ευρωζώνη, η αλήθεια είναι αρκετά πιο σύνθετη και διαφορετική.
Σε αρκετούς δείκτες καταγράφεται μια βελτίωση, αλλά η πορεία της οικονομίας είναι εξαιρετικά ασύμμετρη, δημιουργώντας ένα βαθύ οικονομικό και κοινωνικό ρήγμα, που διχάζει τη χώρα και πολιτικά. Μια από τις βασικές αιτίες της ασυμμετρίας είναι οι λεγόμενες «μεταρρυθμίσεις» που έγιναν στη διάρκεια των μνημονίων, οι οποίες εξυγίαναν μεν τα δημόσια οικονομικά, αλλά με μεγάλο κόστος για την πραγματική οικονομία και τις παραγωγικές δομές.
Η δημοσιονομική εξυγίανση και τα υψηλά πλεονάσματα στον προϋπολογισμό αποτελούν το «διαμάντι του στέμματος» της οικονομικής πολιτικής που εφαρμόζει η κυβέρνηση, αλλά την ίδια στιγμή είναι ένας μηχανισμός που εντείνει την ασυμμετρία.
Για παράδειγμα, το υψηλό πλεόνασμα στον προϋπολογισμό υπερβαίνει τον στόχο -είναι σχεδόν διπλάσιο- για τέταρτη συνεχή χρονιά. Το γεγονός αυτό τροφοδοτεί μια αλυσίδα θετικών συνεπειών, όπως οι αναβαθμίσεις της διεθνούς πιστοληπτικής ικανότητας της Ελλάδας από τις διεθνείς επενδυτικές εταιρείες. Αυτό σημαίνει ότι η απόδοση (επιτόκιο) των ομολόγων υποχωρεί, με αποτέλεσμα το ελληνικό Δημόσιο αλλά και οι μεγάλες εταιρείες να δανείζονται φθηνότερα.
Στις αναβαθμίσεις οφείλεται σε μεγάλο βαθμό και η εισροή ξένων κεφαλαίων σε «χαρτιά», όπως τα ομόλογα και οι μετοχές, που πυροδοτεί έναν ενάρετο κύκλο επιχειρηματικής κερδοφορίας και χρηματιστηριακής ανόδου.
Τα κεφάλαια όμως που έρχονται στα «χαρτιά» κατά κανόνα δεν κατευθύνονται σε νέες παραγωγικές επενδύσεις, ενώ και τα μερίσματα που διανέμονται από τα κέρδη διοχετεύονται στο εξωτερικό κατά το μεγαλύτερο μέρος, αφού περίπου το 69% των μετοχών των εταιρειών που είναι εισηγμένες στο Χρηματιστήριο της Αθήνας ανήκει σε ξένα συμφέροντα.
Στον τραπεζικό κλάδο, μάλιστα, η ξένη συμμετοχή φτάνει ακόμα πιο πάνω, έως το 80%, με αποτέλεσμα η κερδοφορία τους να φεύγει κατά το αντίστοιχο ποσοστό στο εξωτερικό από τη στιγμή που άρχισαν να μοιράζουν μέρισμα.
Επομένως, αυτή η πολιτική των υψηλών δημοσιονομικών πλεονασμάτων τροφοδοτεί κατά κύριο λόγο ισχυρούς μεγάλους ομίλους, πολλοί εκ των οποίων ανήκουν σε ξένους.
Την ίδια στιγμή, όμως, τα μεγάλα πλεονάσματα αφαιρούν πόρους που θα μπορούσαν να έχουν διοχετευθεί στην οικονομία ενισχύοντας τα εσωτερικά εισοδήματα. Αυτή είναι η άλλη πλευρά του νομίσματος, το εσωτερικό κύκλωμα της οικονομίας που κινείται σε διαφορετικούς, χαμηλότερους ρυθμούς, με κύρια χαρακτηριστικά το παραγωγικό κενό, που είναι ιστορική διαρθρωτική αδυναμία και εκδηλώνεται στο μεγάλο έλλειμμα με το εξωτερικό (εμπορικό έλλειμμα, ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών), καθώς και τη μεγάλη συνεισφορά της κατανάλωσης στην οικονομική ανάπτυξη και λιγότερο των επενδύσεων.
Με απλά λόγια, η εικόνα είναι ότι η ελληνική κατανάλωση στηρίζει εισοδήματα, απασχόληση και κέρδη που βρίσκονται στο εξωτερικό.
Η ανακατανομή ελληνικού πλούτου προς το εξωτερικό έχει ξεκινήσει από την πρώτη στιγμή των μνημονίων και της πτώχευσης: αναγκαστικές αποκρατικοποιήσεις, απαξίωση εγχώριων παραγωγικών μονάδων αλλά και τουριστικών υποδομών, οι οποίες πέρασαν σε ξένα συμφέροντα, εγκατάλειψη των επενδύσεων που είχαν οι ελληνικές τράπεζες στα Βαλκάνια, τις οποίες ρευστοποίησαν αναγκαστικά καθ’ υπόδειξιν των δανειστών, ακυρώνοντας ένα σημαντικό ελληνικό επιχειρηματικό οικοσύστημα που είχε οικοδομηθεί στην ευρύτερη περιοχή. Αυτές είναι μόνο μερικές από τις συνέπειες και τα ανταλλάγματα της οικονομικής στήριξης, η οποία δόθηκε στη χώρα μετά την πτώχευση.
Η ζημιά που έχει γίνει στη χώρα την περίοδο της κρίσης και των μνημονίων δεν έχει αποκατασταθεί και ούτε πρόκειται αυτό να συμβεί για δεκαετίες. Η συνήθης πρόβλεψη αφορά το πότε θα επανέλθει το κατά κεφαλήν εγχώριο «εισόδημα» (η αξία των αγαθών και υπηρεσιών που παράγονται στη χώρα, του ΑΕΠ ανά κάτοικο) στα προ του 2009 επίπεδα, κάτι που υπολογίζεται να συμβεί γύρω στο 2030. Αλλά για να ανακτήσει και την απόσταση που κάλυψαν έκτοτε τα άλλα κράτη-μέλη και να επανέλθει στον μέσο όρο της Ε.Ε., θα χρειαστούν τουλάχιστον άλλα 15 χρόνια με διπλάσιο ρυθμό ανάπτυξης από τις άλλες χώρες. Και ναι μεν τα τελευταία χρόνια το ελληνικό ΑΕΠ αυξάνεται με ρυθμούς υψηλότερους από τον μέσο όρο της ευρωζώνης, αλλά η άνοδος δεν αντανακλά αύξηση των παραγωγικών δυνατοτήτων, αφού οφείλεται κατά μεγάλο μέρος στις δαπάνες στήριξης που διοχετεύτηκαν μαζικά στη διάρκεια της πανδημίας και των ενεργειακών κρίσεων και των ευρωπαϊκών κονδυλίων του Ταμείου Ανάκαμψης. Τα τελευταία εξαντλούνται και όλες οι προβλέψεις συγκλίνουν ότι ο ρυθμός μεγέθυνσης της οικονομίας (η αύξηση του ΑΕΠ) θα υποχωρήσει στο 1,8% το 2026 και στο 1,6% το 2027 (από 2,1% που ήταν το 2025). Κοντά, δηλαδή, στο 1,4%-1,5% που υπολογίζει το ΔΝΤ ότι είναι ο μακροχρόνιος ρυθμός αύξησης του ΑΕΠ για την ελληνική οικονομία.
Εχουμε, επομένως, δύο ταχύτητες στην ελληνική οικονομία, που δημιουργούν και δυο διαφορετικές κοινωνικές και πολιτικές ταχύτητες. Ο ενάρετος δημοσιονομικός κύκλος και η εξωστρέφεια ευνοούν κατά κύριο λόγο κοινωνικά στρώματα που βρίσκονται στη μεσαία – ανώτερη εισοδηματική κλίμακα, τα οποία είναι συνδεδεμένα με ισχυρές και εξωστρεφείς επιχειρήσεις, το στελεχικό δυναμικό τους και βέβαια τις ίδιες τις επιχειρήσεις και τους μετόχους τους.
Από την άλλη πλευρά, έχουμε την εγχώρια παραγωγή, η οποία φθίνει, τα δημόσια αγαθά, όπως η Παιδεία και η Υγεία, αλλά και η δημόσια διοίκηση, που «γκρεμίστηκαν» την περίοδο των μνημονίων και παραμένουν σε φθίνουσα πορεία, καθώς και ένα μεγάλο μέρος νοικοκυριών και επιχειρήσεων που βρίσκονται εκτός αγοράς, εγκλωβισμένα στο ιδιωτικό χρέος.
Δύο διαφορετικοί αποκλίνοντες κόσμοι, ένας «οικονομικός εμφύλιος» που πυροδότησαν η πτώχευση και τα μνημόνια, οι οποίοι όμως οφείλουν να συγκλίνουν. Διαφορετικά θα έρθουν σε σύγκρουση, υπονομεύοντας την κοινωνική συνοχή και τη δυνατότητα της χώρας να οικοδομήσει συνεννοήσεις και συναινέσεις για έναν καινούργιο δρόμο στην «εποχή των τεράτων», όπως αποκάλεσε ο Γκράμσι τις περιόδους ρήξης και μετάβασης όπως αυτή που ζούμε.
