Ο άθλος του Ηρακλή με τα «κόκκινα» δάνεια άρχισε το 2020 και θα κρατήσει για δεκαετίες: τα τελευταία ομόλογα που συνδέονται με τα δάνεια προβλέπεται να λήξουν το 2081! Τα δάνεια μπορεί να είναι «κόκκινα», αλλά για τους ισχυρούς «παίκτες» αυτής της αγοράς είναι… καταπράσινα.
Τράπεζες και servicers έχουν εξαρχής εγγυημένα οφέλη, ενώ διεθνείς εταιρείες διαχείρισης δανείων και εξειδικευμένα funds έχουν αναλάβει στοιχήματα υψηλού ρίσκου και αντίστοιχα υψηλής προσδοκώμενης απόδοσης.
Το σχέδιο «Ηρακλής» για τις τιτλοποιήσεις «κόκκινων» δανείων με κρατικές εγγυήσεις δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ωφέλησε το τραπεζικό σύστημα και την οικονομία.
Με τον «Ηρακλή» τα «κόκκινα» δάνεια μετατράπηκαν σε ομόλογα (έγινε τιτλοποίηση) και έφυγαν από τους τραπεζικούς ισολογισμούς, με αποτέλεσμα οι τράπεζες να «καθαρίσουν», να επανέλθουν σε κανονική λειτουργία και να αρχίσουν να παράγουν ξανά κέρδη. Ενα μέρος από τα «κόκκινα» δάνεια πουλήθηκε, μέσω των ομολόγων, σε ξένους «επενδυτές» και ένα άλλο επανήλθε στις τράπεζες υπό τη μορφή ομολόγων υψηλής ποιότητας. Για να επιτευχθεί όμως αυτή η διαδικασία, όπου τα «κόκκινα» δάνεια από «επενδυτικά σκουπίδια» έγιναν ομόλογα υψηλής διαβάθμισης, χρειάστηκε να δοθεί η εγγύηση του κράτους με το σχήμα «Ηρακλής».
Οπως λέει χαρακτηριστικά στέλεχος που εμπλέκεται στη διαχείριση του δημόσιου χρέους, «χωρίς το σχέδιο “Ηρακλής” σήμερα δεν θα είχαμε λειτουργικές τράπεζες, ούτε το Δημόσιο θα είχε ανακτήσει την επενδυτική βαθμίδα».
Εξι χρόνια μετά την εκκίνηση του προγράμματος, η σημερινή εικόνα σκιαγραφείται από το ΔΝΤ, σε πρόσφατη έκθεσή του, ως εξής:
֟ «Το HAPS (σ.σ.: το σχέδιο “Ηρακλής”) επέτρεψε μια ουσιαστική μείωση των Μη Εξυπηρετούμενων Δανείων στην Ελλάδα από 81 δισ. ευρώ, δηλαδή ποσοστό 40,6%, κατά το δεύτερο τρίμηνο του 2019, σε μόλις 6 δισ. ευρώ, δηλαδή ποσοστό 3,0% το τέταρτο τρίμηνο του 2024.
֟ Αν και το HAPS έχει αφαιρέσει μεγάλους όγκους ΜΕΔ από τους ισολογισμούς των τραπεζών, αυτά τα δάνεια παραμένουν στην οικονομία, υπό τη διαχείριση των Εταιρειών Διαχείρισης Πιστώσεων», τους λεγόμενους και servicers.
Ποιοι είναι, όμως, οι γνωστοί και οι άγνωστοι ιδιοκτήτες των «κόκκινων» δανείων που τιτλοποιήθηκαν με το σχέδιο «Ηρακλής» και ποια οφέλη προσδοκούν;
Το μεγάλο επιχειρηματικό παιχνίδι
Ολες οι συστημικές τράπεζες έχουν στα χαρτοφυλάκιά τους senior τίτλους που έχει εγγυηθεί το Δημόσιο. Οπως φαίνεται στον πίνακα (στοιχεία του Οργανισμού Διαχείρισης Δημοσίου Χρέους), η Eurobank έχει τίτλους με ανεξόφλητο εγγυημένο υπόλοιπο 2,93 δισ., η Alpha Bank 5 δισ., η Πειραιώς 5,26 δισ., η Εθνική 2,49 δισ. και η Attica Bank (CrediaBank) περίπου 1 δισ. ευρώ.
Συνολικά, το ανεξόφλητο υπόλοιπο των senior τίτλων ανερχόταν στο τέλος του α’ τριμήνου 2026 στα 16,7 δισ. ευρώ, με μικρή μείωση από το προηγούμενο τρίμηνο (17,1 δισ.), η οποία αντανακλά τις γνωστές καθυστερήσεις στις διευθετήσεις των δανείων.
Λιγότερο γνωστοί είναι οι κάτοχοι των mezzanine και junior τμημάτων των τιτλοποιήσεων. Οι επενδυτές που τοποθετήθηκαν ανά συστημική τράπεζα και πακέτο τιτλοποίησης είναι οι εξής:
● Τράπεζα Πειραιώς: Στις δύο τιτλοποιήσεις με την ονομασία Sunrise, η σουηδική Intrum, με την οποία η τράπεζα συνέπραξε για τη δημιουργία της εταιρείας διαχείρισης δανείων Intrum Hellas, πήρε το 49% και το 44%, αντίστοιχα, ενώ μικρά πακέτα έλαβε το επενδυτικό fund Serengeti Asset Management. Στις τιτλοποιήσεις Vega και Phoenix, επίσης η Intrum απέκτησε και πάλι το πλειοψηφικό πακέτο των τίτλων χαμηλότερης διαβάθμισης.
● Eurobank: Για το Project Cairo επελέγη η ιταλική doValue S.p.A., που απέκτησε το 20% των mezzanine και το 50,1% των junior ομολογιών της τιτλοποίησης των 7,5 δισ. ευρώ. Στο Project Mexico η Waterwheel Capital Management συμμετείχε στην απόκτηση του πλειοψηφικού πακέτου (95%) των τίτλων ενδιάμεσης και χαμηλής εξοφλητικής προτεραιότητας. Η Eurobank συνέπραξε με την doValue S.p.A. για να δημιουργηθεί η ελληνική εταιρεία διαχείρισης doValue.
● Alpha Bank: Η τράπεζα διέθεσε την πλειοψηφία των τίτλων mezzanine και junior των τιτλοποιήσεων Galaxy και Cosmos στο γνωστό αμερικανικό fund Davidson Kempner Capital Management, που έγινε εταίρος της τράπεζας στην εταιρεία διαχείρισης Cepal με συμμετοχή 80%.
● Η Εθνική Τράπεζα διέθεσε το 95% των τίτλων του Project Frontier Ι σε κοινοπραξία αποτελούμενη από τις Bain Capital Credit, Fortress Investment Group και doValue Greece. Στο Project Frontier II το αμερικανικό fund Bracebridge Capital επιλέχθηκε ως ο επενδυτής για την απόκτηση του 95% των τίτλων ενδιάμεσης και χαμηλής εξοφλητικής προτεραιότητας.
Το τρικ για ακόμα μία κρατική ενίσχυση στις τράπεζες…
Το 2019, οι ελληνικές τράπεζες είχαν καταρρίψει ένα θλιβερό παγκόσμιο ρεκόρ στα μη εξυπηρετούμενα δάνεια: σχεδόν τα μισά τους χαρτοφυλάκια ήταν «κόκκινα». Ο μόνος τρόπος για να σταθούν στα πόδια τους ήταν να ενισχυθούν από το κράτος άλλη μια φορά. Είχαν προηγηθεί οι ανακεφαλαιοποιήσεις για να καλυφθούν οι απώλειες από το «κούρεμα» των κρατικών ομολόγων και για τις ζημιές από τα «κόκκινα» δάνεια της μεγάλης κρίσης, αλλά δεν ήταν αρκετές.
Το ευρωπαϊκό δίκαιο για τον ανταγωνισμό και τις κρατικές ενισχύσεις ήταν ένα μεγάλο εμπόδιο στην άμεση στήριξη των τραπεζών από το κράτος. Οι Ιταλοί είχαν διδάξει λίγο νωρίτερα έναν τρόπο για να δίνονται κρατικές ενισχύσεις, που όμως δεν θα αντιμετωπίζονται ως τέτοιες από την Κομισιόν: το κράτος δεν δίνει άμεσα κεφάλαια, αλλά παρέχει εγγυήσεις για ένα μέρος των «κόκκινων» δανείων και με αυτό το λογιστικό τρικ τα προβληματικά δάνεια μετατρέπονται στα χαρτοφυλάκια των τραπεζών σε ασφαλή ομόλογα. Αυτή ήταν η λύση που έδωσε για τις τράπεζες το σχέδιο «Ηρακλής»: το μεγαλύτερο μέρος των «κόκκινων» δανείων τους μετατράπηκε σε νέους ομολογιακούς τίτλους (τιτλοποίηση). Για τους τίτλους που ενσωμάτωναν τα πιο «καλά» από τα «κόκκινα» δάνεια και πήραν υψηλή βαθμολογία από οίκους αξιολόγησης (senior τίτλοι), το Δημόσιο έδωσε εγγυήσεις αποπληρωμής, αφού πρώτα οι χειρότεροι τίτλοι (mezzanine και junior) είχαν πουληθεί σε funds.
Με αυτή τη χρηματοοικονομική αλχημεία, τίτλοι που ενσωμάτωναν τα πιο «καλά» προβληματικά δάνεια έγιναν αυτόματα «ισοδύναμοι» με κρατικά ομόλογα, χάρη στην κρατική εγγύηση, που όμως δεν θεωρήθηκε κρατική ενίσχυση, επειδή το κράτος είχε εγγυηθεί τίτλους σχετικά υψηλής επενδυτικής κατηγορίας (λίγο κάτω από την επενδυτική βαθμίδα) και οι τράπεζες θα πλήρωναν γι’ αυτή την εγγύηση προμήθειες στο κράτος, σαν να ήταν το κράτος ένας ιδιώτης επενδυτής.
Πάντως, ειδικά για τα «χαμηλά» τμήματα των τιτλοποιήσεων, ο τρόπος που πέρασαν σε ξένα funds έχει αφήσει ορισμένες «σκιές». Τυπικά, οι τίτλοι πέρασαν κατά μεγάλο μέρος σε ανεξάρτητες από τις τράπεζες εταιρείες διαχείρισης δανείων του εξωτερικού, όπως η Intrum και η doValue, κάτι που απαιτούσε η Κομισιόν για να μην κρίνει ότι υπάρχει θέμα κρατικής ενίσχυσης.
Γιάννης κερνάει, Γιάννης πίνει
Ομως, οι «ανεξάρτητοι» ξένοι επενδυτές ήταν ακριβώς οι ίδιες εταιρείες που παράλληλα έγιναν συνέταιροι των τραπεζών στην ίδρυση εταιρειών διαχείρισης δανείων στην Ελλάδα, όπου οι τράπεζες κράτησαν μειοψηφική συμμετοχή (20%). Τυπικά όλα έγιναν ορθά, αλλά δεν παύει να υπάρχει η… οσμή τού «Γιάννης κερνάει, Γιάννης πίνει».
Η αρχική ονομαστική αξία των δανείων που τιτλοποιήθηκαν ξεπέρασε τα 57 δισ. ευρώ. Από αυτά, περίπου το 1/3 (21 δισ. ευρώ) ήταν τα senior που γύρισαν στις τράπεζες. Τα υπόλοιπα, ονομαστικής αξίας 36 δισ. ευρώ, πουλήθηκαν έναντι πινακίου φακής σε ξένους επενδυτές ή χαρίστηκαν στους μετόχους συστημικών τραπεζών, μέσω της ίδρυσης ειδικών εταιρειών που μπήκαν στο χρηματιστήριο (οι εταιρείες mezz). Σήμερα, η αξία των τίτλων του «Ηρακλή» υπολογίζεται ότι έχει μειωθεί στα 37 δισ. ευρώ, καθώς έχουν προχωρήσει οι διαδικασίες διευθέτησης-ανάκτησης των δανείων.
Στοίχημα για υπερκέρδη
Μέχρι σήμερα παραμένει άγνωστο πόσα ακριβώς πλήρωσαν οι ξένες εταιρείες διαχείρισης δανείων και τα εξειδικευμένα funds για να πάρουν τα «τοξικά» κομμάτια των τιτλοποιήσεων, η ονομαστική αξία των οποίων ήταν πάνω από 35 δισ. ευρώ.
Αυτοί οι ξένοι επενδυτές, όμως, δεν έκαναν πράξη φιλανθρωπίας για να βοηθήσουν τις ελληνικές τράπεζες και το κράτος. Πλήρωσαν τόσο μικρό ποσοστό της λογιστικής αξίας των δανείων, που μπορούν βάσιμα να υπολογίζουν ότι στις δεκαετίες που θα διαρκέσει η προσπάθεια ανάκτησής τους θα πάρουν πίσω ακόμα και πολλαπλάσια κεφάλαια από αυτά που έδωσαν.
Ο κύκλος των σίγουρων κερδών βασίζεται στις οφειλές των δανειοληπτών, στα περιουσιακά στοιχεία που αποτελούν το ενέχυρο και, ασφαλώς, στην κρατική εγγύηση που υπάρχει πίσω από όλο το σχήμα «Ηρακλής», η οποία κατέστησε εφικτές τις συναλλαγές.
Στέλεχος εταιρείας διαχείρισης ανέφερε στην «Εφ.Συν.» το χαρακτηριστικό παράδειγμα μιας περίπτωσης οφειλής από πιστωτικές κάρτες χωρίς εξασφαλίσεις, που θεωρείται ό,τι πιο «τοξικό»: ο οφειλέτης μπορεί να τη ρυθμίζει με «κούρεμα» που ξεπερνά το 90% του χρέους, όμως και πάλι ο επενδυτής έχει κέρδος, αφού έχει αγοράσει τις οφειλές στο 5% της ονομαστικής τους αξίας.
Ο γενικός κανόνας για τα «χειρότερα κόκκινα δάνεια» είναι ότι μεταβιβάστηκαν στους ξένους επενδυτές πολύ φθηνά, ακόμα και για λιγότερο από 10% της ονομαστικής τους αξίας. Μάλιστα, οι τράπεζες έδωσαν δωρεάν στους μετόχους τους τα (λίγα) δάνεια αυτής της κατηγορίας που είχαν μείνει στα χαρτοφυλάκιά τους μετά τις τιτλοποιήσεις, δημιουργώντας τις λεγόμενες εταιρείες mezz που οι μετοχές τους διαπραγματεύονται στο χρηματιστήριο.
Με άλλα λόγια, τα «κόκκινα» δάνεια μπορεί να προκαλούν «ασφυξία» στους δανειολήπτες και να αποτελούν «βαρίδι» για την οικονομία, αλλά για τους ξένους επενδυτές που ρισκάρουν κάποια ψίχουλα από τα κεφάλαιά τους μπορεί να φέρουν στο πέρασμα του χρόνου αξιοζήλευτες αποδόσεις…
Οι «βασιλιάδες» των εγγυημένων εσόδων
Ακόμα και το ΔΝΤ επικρίνει το θεσμικό οικοδόμημα του «Ηρακλή» για την υπερβολικά ευνοϊκή μεταχείριση των εταιρειών διαχείρισης, που χαρίζει περιθώριο κέρδους πάνω από 50%
Στην πανδημία οι κανόνες χαλάρωσαν και πλέον θα πληρώνονται προμήθειες, ακόμα και όταν δεν κάνουν σωστά τη δουλειά τους
Οι υπέρογκες προμήθειες για τη διαχείριση δανείων, ακόμη και όταν υπάρχουν καθυστερήσεις, προκαλούν δυσφορία ακόμη και στο ΔΝΤ. Πώς οι servicer έγιναν οι πιο κερδοφόρες εταιρείες με περιθώρια καθαρού κέρδους ακόμη και πάνω από 50%;
Η διαχείριση των «κόκκινων» δανείων δημιούργησε στην Ελλάδα έναν κλάδο που θα ανθεί για δεκαετίες, αν λάβει κανείς υπόψη τις τεράστιες χρονικές διάρκειες των τίτλων που εκδόθηκαν με το σχέδιο «Ηρακλής». Αυτό εξασφαλίζει μεγάλα και εγγυημένα έσοδα για τους servicers και είναι χαρακτηριστικό ότι ακόμη και το ΔΝΤ επικρίνει το θεσμικό οικοδόμημα του «Ηρακλή» για την υπερβολικά ευνοϊκή μεταχείριση των εταιρειών διαχείρισης.
Η… βαλίτσα του «Ηρακλή» θα πάει πολύ μακριά, καθώς, όπως επισημαίνει σε πρόσφατη έκθεση το Ταμείο, «από τις 19 συναλλαγές, η τελική λήξη ποικίλλει μεταξύ 24 και 56 ετών, με βάση τα στοιχεία του δεύτερου τριμήνου του 2025 (σ.σ.: οι τελευταίες λήξεις τοποθετούνται το 2081). Συνεπώς, τα ομόλογα υψηλής εξοφλητικής προτεραιότητας ενδέχεται να υφίστανται για δεκαετίες, αν και στην πράξη το κεφάλαιο αποπληρώνεται σύμφωνα με τις αποπληρωμές του υποκείμενου χαρτοφυλακίου».
Στην αρχική εκδοχή του «Ηρακλή», η φιλοσοφία του νόμου ήθελε τους servicers να τιμωρούνται αυστηρά όταν υπάρχουν αποκλίσεις από τα business plan των τιτλοποιήσεων, με παρακράτηση προμηθειών ή ακόμη και αποβολή από τη διαχείριση. Στην πορεία, μετά και από τα προβλήματα που παρουσιάστηκαν στην πανδημία, οι κανόνες χαλάρωσαν και πλέον το νέο καθεστώς είναι απολύτως ευνοϊκό για τους servicer: θα πληρώνονται προμήθειες, ακόμη και όταν δεν κάνουν σωστά τη δουλειά τους!
Οι προμήθειες των servicers είναι τόσο μεγάλες, που έχουν καταστήσει τον κλάδο από τους πιο κερδοφόρους της ελληνικής επιχειρηματικότητας, με περιθώρια λειτουργικού κέρδους που ξεπερνούν και το 50%. Οι συμβάσεις διαχείρισης προβλέπουν, κατά κανόνα, μια μικτή δομή προμηθειών: η βασική προμήθεια διαχείρισης υπολογίζεται επί του συνολικού χαρτοφυλακίου, με συντελεστές από 0,5% έως 1,5%. Αν και το ποσοστό είναι μικρό, η εφαρμογή του πάνω σε ονομαστικές αξίες δισεκατομμυρίων εξασφαλίζει τεράστιες, σταθερές και εγγυημένες ταμειακές ροές.
Σε αυτή τη βασική προμήθεια προστίθενται οι προμήθειες επιτυχίας με βάση τις πραγματικές εισπράξεις από ρυθμίσεις, ολικές εξοφλήσεις ή ρευστοποιήσεις περιουσιακών στοιχείων. Η προμήθεια επιτυχίας κυμαίνεται από 5% έως 15% της αξίας του κάθε δανείου.
Δυσφορεί ακόμα και το ΔΝΤ
Ακόμα και το ΔΝΤ εκφράζει δυσφορία για τα «οικονομικά κίνητρα χαμηλής ισχύος» που προσφέρονται στους servicers, τα οποία, ενώ εξασφαλίζουν την κερδοφορία τους, δεν ενθαρρύνουν την ταχεία διευθέτηση των Μη Εξυπηρετούμενων Δανείων (NPLs)… Ειδικότερα, το ΔΝΤ τονίζει ότι αν οι σωρευτικές καθαρές εισπράξεις τους είναι χαμηλότερες σε σχέση με τις προβλέψεις των business plan, ένα ποσοστό της αμοιβής τους (managing fee: αμοιβή διαχείρισης) απλώς αναβάλλεται και δεν ακυρώνεται ούτε διαγράφεται. Η αναβολή της πληρωμής ενεργοποιείται αν η απόκλιση των εσόδων τους σε σχέση με τους στόχους business plan φτάσει το 20%.
Επιπλέον, το σύστημα στερείται αναλογικότητας, καθώς, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει το ΔΝΤ, ένας servicer που υποαποδίδει κατά 20% τιμωρείται ακριβώς το ίδιο με έναν που υποαποδίδει κατά 90%. Ακόμη και σε περιπτώσεις παρατεταμένης υποαπόδοσης, τονίζει το Ταμείο, οι εταιρείες διαχείρισης συνεχίζουν να λαμβάνουν κανονικά και στο ακέραιο τις διαχειριστικές τους αμοιβές, γεγονός που λειτουργεί ως αντικίνητρο για αποτελεσματικές διευθετήσεις. Δηλαδή, οι servicers έχουν κίνητρο να πάνε μακρύτερα τη διευθέτηση των δανείων για να συνεχίσουν να λαμβάνουν την αμοιβή διαχείρισης, αντί να την επισπεύσουν. Το δικαίωμα αντικατάστασης μιας εταιρείας διαχείρισης που δεν επιτυγχάνει τους στόχους της είναι πολύ περιορισμένο, υπογραμμίζει το Ταμείο, καθώς μπορεί να ενεργοποιηθεί μόνο όταν και εφόσον καταπέσει η εγγύηση του Δημοσίου για τα δάνεια που διαχειρίζεται.
Για να ευθυγραμμιστούν σωστά τα συμφέροντα των εταιρειών διαχείρισης με τον γενικότερο στόχο της ταχείας εκκαθάρισης των ΜΕΔ, το ΔΝΤ θεωρεί ότι ο σχεδιασμός θα έπρεπε εξαρχής να περιλαμβάνει αυστηρότερους όρους, όπως:
● Την πλήρη επιβολή ποινής (διαγραφή) επί των αμοιβών εξυπηρέτησης σε περίπτωση υποαπόδοσης, αντί για μια απλή χρονική αναβολή της καταβολής τους.
● Την υιοθέτηση ενός γραμμικού μηχανισμού επιβολής ποινών (linear trigger), ο οποίος θα είναι αναλογικός της υποαπόδοσης του εκάστοτε servicer. Το ΔΝΤ σημειώνει ότι αυτή η κλιμάκωση θα έπρεπε να ξεκινάει ακόμη και σε ποσοστά απόκλισης μικρότερα του 20% και να αυξάνεται αντίστοιχα.
