Με την «Αντιγόνη» και τις «Εκκλησιάζουσες» ο Θέμης Μουμουλίδης επιστρέφει φέτος στο αρχαίο δράμα και το προσεγγίζει ως ζωντανό πολιτικό πεδίο. Η «Αντιγόνη» μετά την περσινή επιτυχημένη πορεία της επανέρχεται με τη Λένα Παπαληγούρα στον κεντρικό ρόλο, ενώ οι «Εκκλησιάζουσες», ένα έργο που ο ίδιος προετοιμάζει εδώ και χρόνια, βγαίνουν σε περιοδεία 70 χρόνια μετά το πρώτο ιστορικό ανέβασμά τους από το Εθνικό Θέατρο το 1956. Στη συζήτησή μας ο σκηνοθέτης μιλά για την τέχνη ως πολιτική πράξη, την παρακμή της δημοκρατίας, την ουτοπία του Αριστοφάνη, την εξουσία, τον πολιτισμό, την Αριστερά και την ανάγκη οι πολίτες να πάψουν να λειτουργούν ως παθητικοί χρήστες.
Ανεβάζετε δύο έργα με έντονο πολιτικό υπόβαθρο, την «Αντιγόνη» και τις «Εκκλησιάζουσες». Πού σταματά η σκηνή και πού αρχίζει η πολιτική πράξη;
Η τέχνη, τα κείμενα, η παγκόσμια δημιουργία, είναι πράξη πολιτική. Δεν πιστεύω ότι υπάρχει καλλιτέχνης ή δημιουργός που να μην είναι ενεργός πολιτικά, ακόμη κι αν δεν το συνειδητοποιεί. Η «Αντιγόνη» επανέρχεται φέτος με μικρές βελτιώσεις ύστερα από την περσινή της επιτυχία γιατί το έργο συνάντησε το κοινό με έναν ουσιαστικό τρόπο. Οι «Εκκλησιάζουσες», από την άλλη, είναι ένα έργο στο οποίο επιστρέφω. Το είχα ανεβάσει το 1992, στην αρχή σχεδόν της θεατρικής μου διαδρομής. Επανέρχομαι γιατί το θεωρώ εξαιρετικά επίκαιρο. Ο Αριστοφάνης κρίνει την εποχή του: η Αθηναϊκή Δημοκρατία υποφέρει, ο λαός υποφέρει, το πολιτικό σύστημα βρίσκεται σε παρακμή. Αυτό, δυστυχώς, δεν μας είναι ξένο σήμερα. Και το παγκόσμιο, αλλά ιδιαίτερα το ελληνικό πολιτικό σύστημα, μοιάζει να βρίσκεται σε παρακμή, αν όχι σε αποδρομή.
Στις «Εκκλησιάζουσες» ο Αριστοφάνης δίνει την εξουσία στις γυναίκες που μιλάνε για αναδιανομή του κόσμου. Είναι η ουτοπία πολιτικό εργαλείο ή λύση απελπισίας;
Ο Αριστοφάνης χρησιμοποιεί σταθερά τη φυγή στην ουτοπία. Το κάνει στη «Λυσιστράτη», στους «Όρνιθες», στους «Ιππείς», το κάνει και εδώ. Δεν ξέρω αν αυτό είναι λύση ή καταφύγιο, ξέρω όμως ότι είναι ένα εργαλείο σκέψης. Βάζει τις γυναίκες στην εξουσία για να θέσει ένα μεγαλύτερο ερώτημα: είναι το φύλο που θα δημιουργήσει μια καλύτερη κοινωνία ή τελικά ο άνθρωπος; Γιατί ο άνθρωπος είναι το μέγα ζήτημα. Ζούμε κατ’ εμέ στην πλέον δυστοπική εποχή. Ο άνθρωπος έχει φύγει από το επίκεντρο της πολιτικής συζήτησης. Στη θέση του έχουν έρθει κέντρα λήψης αποφάσεων που δεν είναι κυβερνήσεις, αλλά οικονομικά συμφέροντα. Οι πολίτες γινόμαστε θεατές διεθνών εξελίξεων και οι καλλιτέχνες, οι δημιουργοί, οι διανοούμενοι, πολύ συχνά παθητικοί αποδέκτες. Η σιωπή των δημιουργών και των ακαδημαϊκών δεν είναι φυσιολογική. Είναι πρόβλημα. Το ερώτημα είναι πώς μπορεί να υπάρξει αντίλογος σε όλο αυτό.

Άρα το πρόβλημα σήμερα δεν είναι μόνο το ποιος κυβερνά, αλλά αν υπάρχει όραμα.
Ακριβώς. Δεν αρκεί κάποιος να διαχειριστεί καλύτερα τα οικονομικά συμφέροντα ή την υπάρχουσα κατάσταση. Το ζήτημα είναι αν υπάρχει επόμενο βήμα υπέρ της κοινωνίας. Η λογική τού «μη χείρον βέλτιστον» έχει δοκιμαστεί. Χρειαζόμαστε μεγαλύτερες τομές. Το ίδιο ισχύει και για την τέχνη και για τον πολιτισμό. Δεν μπορεί η Ελλάδα να μην έχει εθνικό σχέδιο για τον πολιτισμό. Δεν μπορεί το συγκριτικό της πλεονέκτημα να είναι ο πολιτισμός και την ίδια στιγμή να μην τον προβάλλει, να μην οραματίζεται μέσα από αυτόν, να αφήνει τους ανθρώπους του σε επισφάλεια. Στην αρχαιότητα το θέατρο δεν ήταν βιτρίνα – ήταν θεμέλιο της δημοκρατίας. Σήμερα χρησιμοποιούμε συχνά τον πολιτισμό ως εικόνα, αλλά δεν καταλαβαίνουμε τι σημαίνει πολιτιστικό κεφάλαιο.
Τι θα σήμαινε πρακτικά μια αριστερή πολιτική για τον πολιτισμό;
Πρώτα απ’ όλα ο άνθρωπος πρέπει να είναι στο επίκεντρο κάθε συζήτησης. Είτε κάνουμε θέατρο, είτε τραγούδι, είτε κινηματογράφο, είτε χορό, είτε γράφουμε, ο άνθρωπος πρέπει να είναι στο κέντρο της σκέψης. Διαφορετικά το έργο τέχνης δεν έχει λόγο ύπαρξης, πέρα από το να αμφισβητεί όσα υπάρχουν γύρω του. Ο πολιτισμός πρέπει να αντιμετωπιστεί ως εργαλείο ποιότητας ζωής, παιδείας, εργασίας, κοινωνικής συνοχής. Όμως για να αξιοποιηθεί πρέπει πρώτα να ξέρεις τι συμβαίνει στους χώρους του. Το πολιτικό προσωπικό το αγνοεί. Τα προβλήματα ξεκινούν από το σχολείο, από το πώς μπαίνει η τέχνη στην εκπαίδευση, στην οικογένεια, στην καθημερινότητα.
Στο θέατρο υπάρχει πληθωρισμός. Χιλιάδες νέοι περνούν από σχολές, χιλιάδες παραγωγές γίνονται, αλλά συχνά πάνω στην υπερεκμετάλλευση των ονείρων των νέων ανθρώπων. Η πολιτεία έπρεπε να έχει κανόνες. Να ξέρουμε πώς εκπαιδεύεται ένας άνθρωπος και πώς βγαίνει στο θέατρο. Χρειάζεται συνολικός σχεδιασμός, ιδιαίτερα για τον σύγχρονο πολιτισμό, ουσιαστική αποκέντρωση, ισχυροί θεσμοί στην περιφέρεια, σοβαρό εκπαιδευτικό σύστημα. Η Αθήνα και η Θεσσαλονίκη δεν μπορεί να είναι όλη η χώρα.
Στην «Αντιγόνη» ο Κρέων υπερασπίζεται τη νομιμότητα και τελικά τη μετατρέπει σε αυθαιρεσία. Βλέπετε σημερινούς Κρέοντες;
Ο Κρέων είναι το παράδειγμα του ανθρώπου που ξεπερνά το μέτρο. Γίνεται κατά κάποιον τρόπο θεός για να επιβάλει την τάξη. Αυτό δεν μπορεί να το κάνει κανείς. Οι άνθρωποι δεν μπορούν να θεσπίζουν νόμους ενάντια στην ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Δεν μπορεί μια πολιτεία να μη στηρίζει τους φτωχούς, να μη διασφαλίζει υγεία, ισονομία, αξιοπρέπεια. Σήμερα όμως δεν ξέρω αν έχουμε καν Κρέοντες. Εχουμε πολιτικούς που μοιάζουν περισσότερο να σκέφτονται το «εγώ» και λιγότερο το «εμείς». Και αυτό πρέπει να ξανασυζητηθεί. Δεν θεωρώ φυσικό ένας άνθρωπος να είναι 15 και 20 χρόνια βουλευτής. Δεν κάνει καλό ούτε στον ίδιο ούτε στην κοινωνία.

Αν η Αντιγόνη και η Πραξαγόρα έβλεπαν τη σημερινή πολιτική σκηνή, τι θα σας ζητούσαν να σκηνοθετήσετε; Κωμωδία, τραγωδία ή φάρσα;
Η κωμωδία και η τραγωδία είναι άρρηκτα δεμένες. Η υπερβολή της τραγωδίας φτάνει στην κωμωδία και η υπερβολή της κωμωδίας στην τραγωδία. Αυτό βλέπουμε και σήμερα. Μπορείς να σαρκάσεις την εποχή, αλλά την ίδια στιγμή παράγει πραγματικές τραγωδίες. Το κρίσιμο είναι να μάθουμε να ξαναδιαβάζουμε την Ιστορία, ακόμη και τις θεωρίες που θεωρούμε δικές μας ή αριστερές. Ο 21ος αιώνας δεν είναι ο 19ος. Οι θεωρίες πρέπει να επικαιροποιούνται. Το διαδίκτυο μας έχει κάνει χρήστες, κυριολεκτικά και μεταφορικά. Ζούμε στην εποχή όπου νοικιάζουμε τη ζωή μας με τον μήνα. Η τεχνολογία δεν μας ανήκει· την πληρώνουμε, την ανανεώνουμε, την αντικαθιστούμε. Πίσω από την άνεση υπάρχει ένα ενοίκιο ζωής. Γι’ αυτό πρέπει να γίνουμε σκεπτόμενοι πολίτες. Από χρήστες πρέπει να γίνουμε ενεργοί πολίτες. Να σκεφτόμαστε πάνω στην είδηση, πάνω στην εικόνα, πάνω σε ό,τι μας προσφέρεται ως αυτονόητο. Να ξαναπάρουμε τη ζωή μας ολόκληρη.
Τι σύγχρονο φέρνει η δική σας ματιά πάνω στις «Εκκλησιάζουσες»;
Κατ’ αρχάς να πω ότι είναι ιδιαίτερα σημαντικό και ευτυχές το γεγονός ότι για τη διασκευή συνεργάζομαι με την εξαιρετική Νεφέλη Μαϊστράλη, μία από τις σημαντικότερες δημιουργούς της γενιάς της. Δουλέψαμε πάνω σε μια ιδέα που είχα εδώ και χρόνια για τις «Εκκλησιάζουσες». Με προβλημάτιζε το φως και η ταυτόχρονη σκοτεινιά του Αριστοφάνη, η πίκρα της διαπίστωσης των κακώς κειμένων της εποχής του και ο σαρκασμός της αποδοχής. Το τσίρκο και το καμπαρέ ήταν οι χώροι που επέλεξα να βρει «πατρίδα» το εγχείρημα της σκηνικής μεταφοράς της κωμωδίας. Η διασκευή μας επιχειρεί να αναδείξει την αναλογία των καταστάσεων της κωμωδίας με την εποχή μας. Τα πάντα επαναλαμβάνονται 2.500 χρόνια αργότερα: η παρακμή και η εξαθλίωση του πολιτικού συστήματος, η κρίση της δημοκρατίας, τα ίδια ακριβώς. Το ερώτημα εάν ο κόσμος μπορεί ν’ αλλάξει επαναλαμβάνεται αενάως σε κάθε εποχή. Ο Αριστοφάνης αναζητά απαντήσεις στην παρακμή, το ίδιο και η εποχή μας. Για τον ίδιο η προσφιλής καταφυγή του στην ουτοπία είναι μονόδρομος, για εμάς βασανιστική αναζήτηση διεξόδων. Νομίζω πως καταφέραμε να δημιουργήσουμε ένα συμπαγές και ομοιογενές σύνολο που υπηρετεί με ταλέντο και υψηλού επιπέδου ικανότητες την παράσταση. Εύκολα διαπιστώνει κανείς πως οι νεότερες γενιές είναι πιο ταλαντούχες. Επανέρχομαι και ελπίζω να εξελίσσω την άποψη ότι οι ήρωες αναδύονται μέσα από το σύνολο [κοινωνία] και επιστρέφουν σ’ αυτή.

Με τον «Οιδίποδα» του χρόνου ολοκληρώνετε τον κύκλο σας ως προς τα αρχαία κείμενα;
Προχωρώντας σιγά σιγά στο κλείσιμο του κύκλου αναμετρήσεων με κορυφαία κείμενα της αρχαίας ελληνικής πραγματείας και μετά την εξαιρετική συνεργασία με τον σπουδαίο ηθοποιό και φίλο Μελέτη Ηλία στην «Αντιγόνη», συμφωνήσαμε να προχωρήσουμε στο επόμενο βήμα της συνεργασίας μας με το ανέβασμα του «Οιδίποδα Τυράννου» το επόμενο καλοκαίρι. Ο Οιδίπους είναι το κορυφαίο υπαρξιακό και ταυτόχρονα σπαρακτικό κείμενο όλων των εποχών. Μια ωδή στην τραγωδία της ανθρώπινης ύπαρξης, όπου το τραγικό παράδοξο της γνώσης, το ταλέντο και η δόξα συγκρούονται με την τραγική άγνοια της ίδιας μας της ταυτότητας. Τη μετάφραση έχει αναλάβει και πάλι η Παναγιώτα Πανταζή, μία από τις σημαντικότερες προσωπικότητες στον χώρο της σύγχρονης μετάφρασης.
i: Οι «Εκκλησιάζουσες» ξεκινούν καλοκαιρινή περιοδεία από 30/6 έως 12/9 (more.com). Η «Αντιγόνη» το ίδιο, από 2/7 έως 5/9 (more.com).
«Ο πολιτισμός πρέπει να αντιμετωπιστεί ως εργαλείο ποιότητας ζωής, παιδείας, εργασίας, κοινωνικής συνοχής» καταθέτει ο Θέμης Μουμουλίδης
Από τη θεατρική παράσταση «Αντιγόνη». Από αριστερά: Μιχάλης Οικονόμου, Λένα Παπαληγούρα, Μελέτης Ηλίας
