Το 1975, ο Εμίλ Αζάρ κερδίζει το σημαντικότερο βραβείο της γαλλικής λογοτεχνίας, το Βραβείο Γκονκούρ, για το μυθιστόρημα «La Vie devant soi» («Η ζωή μπροστά σου»). Τότε κανείς δεν γνώριζε πως πίσω από το ψευδώνυμο κρυβόταν ο Ρομέν Γκαρί, που είχε ήδη τιμηθεί με την ίδια διάκριση δεκαεννιά χρόνια νωρίτερα.
Μία από τις σημαντικότερες μορφές της γαλλικής λογοτεχνίας, ο Γκαρί είχε ήδη αφήσει ανεξίτηλο το αποτύπωμά του στο μυθιστόρημα «Οι ρίζες του ουρανού» –που κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Οκτάνα (πρώτη έκδοση, Μάιος 2023), σε μετάφραση της Ευγενίας Γραμματικοπούλου–, ένα από τα πρώτα μυθιστορήματα που καταπιάνονται με την οικολογία, τη σχέση του ανθρώπου με τη φύση και την υποχρέωσή του να τη διασώσει.

Μέσα από την ιστορία του Μορέλ, ενός πρώην αιχμαλώτου του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου που ζει στη γαλλική Ισημερινή Αφρική και αποφασίζει να ξεκινήσει μια εκστρατεία για την προστασία των ελεφάντων που κυνηγιούνται αδιάκοπα για διασκέδαση, κρέας ή ελεφαντόδοντο, ο Γκαρί χτίζει ένα βαθιά πολιτικό και ανθρώπινο έργο.
Κερδίζοντας για δεύτερη φορά το βραβείο, κάτι που ο κανονισμός το απαγόρευε, ο Γκαρί απέδειξε την ικανότητά του να μετατρέπει τη γλώσσα σε φορέα ιδεών, σε μια δύναμη που αναδεικνύει προβληματισμούς και αναλύει ηθικά ζητήματα του σύγχρονου κόσμου.
Γεννημένος ως Ρομάν Κασέβ το 1914, ο Γκαρί έζησε μια πραγματικά κινηματογραφική ζωή. Κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου εντάχθηκε στις Ελεύθερες Γαλλικές Δυνάμεις και υπηρέτησε στην αεροπορία, ενώ μετά το τέλος του πολέμου ακολούθησε διπλωματική καριέρα παράλληλα με τη συγγραφή. Το 1962 παντρεύτηκε την ηθοποιό Τζιν Σίμπεργκ, εμβληματική μορφή της Νουβέλ Βαγκ και πρωταγωνίστρια του Ζαν-Λικ Γκοντάρ στο «Με κομμένη την ανάσα» (1960). Η σχέση του με τον κινηματογράφο υπήρξε στενή, καθώς έγραψε σενάρια και σκηνοθέτησε δύο ταινίες: «Birds in Peru» (1968) και «Kill! Kill! Kill! Kill!» (1971).
Ενθερμος υποστηρικτής των δικαιωμάτων των Αφροαμερικανών και επικριτής του ρατσισμού, θέσεις που αποτύπωσε και στο αυτοβιογραφικό βιβλίο «Ο λευκός σκύλος» (εκδ. Οκτάνα 2018, μτφρ. Ευγενία Γραμματικοπούλου), ο Γκαρί καταπιάστηκε με ζητήματα ταμπού για την εποχή του. Το 1980 έβαλε τέλος στη ζωή του στο Παρίσι, αποκαλύπτοντας στο τελευταίο του γράμμα ότι πίσω από το όνομα Εμίλ Αζάρ κρυβόταν ο ίδιος.
«Οι ρίζες του ουρανού» είναι ένα μυθιστόρημα βαθιά στοχαστικό. Πέρα από το σήμα κινδύνου που εκπέμπει, πολλά χρόνια πριν η οικολογία αρχίσει να απασχολεί τα κράτη, είναι ένα έργο που στοχάζεται πάνω στη ματαιότητα της ανθρώπινης φύσης, μια ματαιότητα που οι λαοί γνώρισαν μετά το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Η φύση έχει περάσει σε δεύτερη μοίρα και οι άνθρωποι αναζητούν έναν τρόπο να επουλώσουν τις πληγές τους.
Οι ήρωες του βιβλίου είναι άνθρωποι στιγματισμένοι από τον πόλεμο και τις θηριωδίες του. Ανθρωποι με βαθιά τραύματα, που αναζητούν τώρα ένα είδος λύτρωσης. Ο Μορέλ πιστεύει απόλυτα στον σκοπό του, θέλει να περάσει το μήνυμά του με οποιονδήποτε τρόπο. Δεν αποζητά από τη δράση του κάποιο προσωπικό όφελος, δεν θέλει ο αγώνας του να γίνει λάβαρο μιας πολιτικής ιδεολογίας ή ο ίδιος να αναδειχθεί σε σύμβολο, τα κίνητρά του είναι αγνά. Η ελευθερία των ελεφάντων σημαίνει γι’ αυτόν ελευθερία για όλη την ανθρωπότητα.
Μέσα από μια πυκνή, πολυπρόσωπη και μη γραμμική αφήγηση, ο Γκαρί κατασκευάζει έναν κόσμο πλούσιο σε εικόνες και τραγικούς αντι-ήρωες. Η Μίνα και οι υπόλοιποι χαρακτήρες που ακολουθούν ή εναντιώνονται στον Μορέλ σκιαγραφούνται με αξιοθαύμαστο βάθος. Καθένας από αυτούς «κουβαλά» τα τραύματά του μέσα στην αχανή έρημο της Αφρικής και για καθέναν από αυτούς οι ελέφαντες αντιπροσωπεύουν κάτι διαφορετικό. Για όσους ακολουθούν τον Μορέλ η πορεία προς τη διάσωση των ελεφάντων γίνεται αφορμή για να αναζητήσουν τη θέση τους στον μεταπολεμικό κόσμο, ενώ για τους γηγενείς κατοίκους γίνεται η αφορμή να αναρωτηθούν όχι μόνο ποιοι είναι τώρα, αλλά και ποιοι μπορούν να γίνουν όταν ελευθερωθούν από τους αποικιοκράτες.
Στο έργο του Γκαρί, η ηθική δεν είναι ποτέ απλή υπόθεση. Είναι ένα πολύπλοκο ζήτημα, που αντανακλάται μέσα από τις σχέσεις των χαρακτήρων, τη σχέση τους με τη φύση, την εξουσία και την αποικιοκρατία. Ο Γκαρί θέτει με το έργο του διαχρονικά ερωτήματα, που κάποια παραμένουν ακόμη αναπάντητα.
Αυτήν ακριβώς την πολυπλοκότητα δεν κατάφερε να «συλλάβει» ο Χιούστον όταν μετέφερε το βιβλίο στον κινηματογράφο το 1958. Η ομότιτλη ταινία γυρίστηκε σε φυσικές τοποθεσίες στο Τσαντ και στο τότε Βελγικό Κονγκό, που προσδίδουν έναν ρεαλισμό ο οποίος εκείνη την εποχή έλειπε από τα χολιγουντιανά έργα, με τα γυρίσματα να αποδεικνύονται ιδιαίτερα απαιτητικά λόγω των ακραίων συνθηκών και των ασθενειών που ταλαιπώρησαν το συνεργείο. Στην ταινία πρωταγωνιστούν ο Τρέβορ Χάουαρντ (Μορέλ) και η Ζιλιέτ Γκρεκό (Μίνα), ενώ τον ρόλο του δημοσιογράφου Σάι Σέντζγουικ ενσαρκώνει ο εμβληματικός σκηνοθέτης Ορσον Γουέλς.
Ο Χιούστον, βετεράνος ήδη στις λογοτεχνικές μεταφορές, έδωσε μεγαλύτερη έμφαση στην εικόνα και στην αποτύπωση της αφρικανικής φύσης, δημιουργώντας παράλληλα μια ιστορία που «πατούσε» και τόνιζε περισσότερο την ερωτική σχέση του Μορέλ με τη Μίνα, χωρίς ποτέ να καταφέρνει να περάσει κάτω από τα επιφανειακά στρώματα της ρομαντικής ιστορίας. Με αποτέλεσμα η ταινία να είναι περισσότερο μια περιπέτεια με ρομαντικά στοιχεία που δεν καταφέρνει να αποδώσει την πολυπλοκότητα και τη φιλοσοφική δύναμη του βιβλίου.
Ισως γιατί ο Χιούστον υπήρξε και ο ίδιος κυνηγός μεγάλων θηραμάτων και δεν μπόρεσε μάλλον να αντιληφθεί την πραγματική δύναμη της ιστορίας του Μορέλ. Θα δηλώσει αργότερα για την ταινία: «Θα μπορούσε να είχε γίνει μια πολύ καλή ταινία. Και κυρίως εξαιτίας μου δεν ήταν καθόλου καλή ταινία»
(Πηγή: «The Innocent Bystander» Robinson, David. Sight and Sound; London Vol. 42, Iss. 1).
