Η Γερμανία θα αυξήσει σταδιακά το όριο συνταξιοδότησης περίπου στα 70 έτη έως τις αρχές της δεκαετίας του 2090, βάσει τις προτάσεις που υποστηρίζει ο καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς, με πρόσχημα τη διασφάλιση της βιωσιμότητας του συνταξιοδοτικού συστήματος απέναντι στη γήρανση του πληθυσμού.
Παρουσιάζοντας τα πορίσματά της την Τρίτη, η επιτροπή ειδικών που συστάθηκε για να εξετάσει μεταρρυθμίσεις στο συνταξιοδοτικό σύστημα δήλωσε ότι η ηλικία συνταξιοδότησης θα πρέπει να συνδέεται με την αύξηση του προσδόκιμου ζωής και ότι η πρόωρη συνταξιοδότηση θα πρέπει να καταργηθεί.
«Κανένας πολίτης δεν χρειάζεται να ανησυχεί», δήλωσε ο Μερτς, υποστηρίζοντας ότι τα μέτρα αυτά θα αποτρέψουν την κατάρρευση του προβληματικού συνταξιοδοτικού συστήματος και θα ενισχύσουν το κοινωνικό συμβόλαιο μεταξύ των γενεών. Οι νέοι, είπε, θα αποκτήσουν «λόγο για αισιοδοξία», καθώς τα μέτρα θα «σηκώσουν ένα τεράστιο βάρος» από τους ώμους τους.
Η επιτροπή των ειδικών συνεδρίαζε καθημερινά επί πολλές ώρες από τον Ιανουάριο μέχρι την παρουσίαση του σχεδίου των 33 σημείων την Τρίτη.
Μεταξύ των βασικών προτάσεών της είναι η επένδυση των υποχρεωτικών εισφορών εργαζομένων και εργοδοτών στο χρηματιστήριο, ώστε να αυξηθεί και να διασφαλιστεί η αξία του ταμείου για τις μελλοντικές γενιές. Πρότεινε επίσης την επέκταση των υποχρεωτικών συνταξιοδοτικών εισφορών ώστε να περιλαμβάνουν και τους δημόσιους υπαλλήλους καθώς και τους αυτοαπασχολούμενους.
Η σημερινή ηλικία συνταξιοδότησης για όσους θα αποχωρήσουν στις αρχές της δεκαετίας του 2030 στη Γερμανία είναι τα 67 έτη, όριο που καθορίστηκε πριν από περίπου δύο δεκαετίες. Η επιτροπή πρότεινε να αυξάνεται σταδιακά σύμφωνα με το προσδόκιμο ζωής, φτάνοντας περίπου τα 70 έτη στις αρχές της δεκαετίας του 2090.
Η Γερμανία διαθέτει έναν από τους ταχύτερα γηράσκοντες πληθυσμούς στον κόσμο και, όπως πολλές δυτικές χώρες, αντιμετωπίζει το πρόβλημα της διατήρησης ενός βιώσιμου συνταξιοδοτικού συστήματος, καθώς όλο και λιγότεροι εργαζόμενοι καλούνται να χρηματοδοτούν τις συντάξεις ολοένα περισσότερων και μακροβιότερων συνταξιούχων.
Η κυβέρνηση ελπίζει να περάσει τις μεταρρυθμίσεις πριν από τη θερινή διακοπή των εργασιών του κοινοβουλίου τον επόμενο μήνα, αν και θα πρέπει πρώτα να συζητηθούν και να τεθούν σε ψηφοφορία στη Βουλή. «Όλα τα στοιχεία αυτού του πακέτου μεταρρυθμίσεων πρέπει τώρα να εφαρμοστούν γρήγορα», δήλωσε ο Μερτς, τονίζοντας ότι «η αποτυχία δεν αποτελεί επιλογή».
Ο ηγέτης των συντηρητικών Χριστιανοδημοκρατών δήλωσε ότι ο κυβερνητικός συνασπισμός είναι ενωμένος και δεν επιθυμεί να εγκλωβιστεί σε διαφωνίες σχετικά με τη διατύπωση των προτάσεων, μετά τις αντιδράσεις ορισμένων αριστερότερων στελεχών του κυβερνητικού εταίρου, των Σοσιαλδημοκρατών, καθώς και συνδικαλιστικών οργανώσεων, που αμφισβήτησαν τη δικαιοσύνη ορισμένων μέτρων.
Τι λέει η αντιπολίτευση
Οι επικριτές εστίασαν στην πρόταση κατάργησης του δικαιώματος όσων έχουν εργαστεί για 45 χρόνια να συνταξιοδοτούνται στα 63 χωρίς μείωση της σύνταξής τους, υποστηρίζοντας ότι κάτι τέτοιο θα τιμωρούσε εργαζόμενους σε χειρωνακτικά και χαμηλόμισθα επαγγέλματα, όπως οι οικοδόμοι ή οι φροντιστές. Οι ειδικοί αντέτειναν ότι το μέτρο αυτό ωφελούσε συχνά άνδρες σε καλοπληρωμένες θέσεις με αδιάκοπη εργασιακή πορεία.
«Δεν έχουμε την πολυτέλεια να απομονώνουμε ή να απορρίπτουμε μεμονωμένα μέτρα», δήλωσε ο Μερτς, προσθέτοντας ότι η επιτροπή μεταρρύθμισης δημιούργησε «μια ολοκληρωμένη πρόταση που λειτουργεί ως σύνολο».
Ο Μερτς δέχεται πιέσεις να αποδείξει ότι η κυβέρνησή του – η οποία βρίσκεται στην εξουσία λίγο περισσότερο από έναν χρόνο, αλλά αντιμετωπίζει χαμηλά ποσοστά στις δημοσκοπήσεις και εσωτερικές διαμάχες – μπορεί να υλοποιήσει τις υποσχέσεις της για εκτεταμένες οικονομικές και κοινωνικές μεταρρυθμίσεις με στόχο την αναζωογόνηση της υποτονικής γερμανικής οικονομίας.
Επιστροφή στην εποχή του Μπίσμαρκ
Το συνταξιοδοτικό σύστημα της Γερμανίας είναι το παλαιότερο κρατικά υποστηριζόμενο σύστημα αυτού του είδους στον κόσμο. Εισήχθη από τον καγκελάριο Ότο φον Μπίσμαρκ το 1889, κυρίως για πολιτικούς λόγους, καθώς ήθελε να ανακόψει την άνοδο του σοσιαλιστικού κινήματος απομακρύνοντας τους εργαζόμενους από τα συνδικάτα και ενισχύοντας την αφοσίωσή τους στη Γερμανική Αυτοκρατορία.
Η αρχική ηλικία συνταξιοδότησης είχε οριστεί στα 70 έτη, ηλικία που τότε πολύ λιγότεροι εργαζόμενοι κατάφερναν να φτάσουν. Περισσότερα από 200 χρόνια μετά την εισαγωγή του συστήματος, το όριο θα μπορούσε να επιστρέψει στα 70 για όσους έχουν γεννηθεί από το 2021 και μετά.
Σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία του 2024, περίπου το 23% των Γερμανών — δηλαδή 19 εκατομμύρια άνθρωποι — είναι ηλικίας 65 ετών ή μεγαλύτεροι, σε σύγκριση με μόλις 15% το 1991. Το μέσο προσδόκιμο ζωής είναι 78,5 έτη για τους άνδρες και 83,2 έτη για τις γυναίκες.
Οι επικριτές υποστηρίζουν ότι η εξάρτηση από τις κεφαλαιαγορές στο πλαίσιο των μεταρρυθμίσεων είναι ανεπιθύμητη και μπορεί να οδηγήσει σε αστάθεια, ιδιαίτερα σε μια περίοδο κατά την οποία η οικονομία παρουσιάζει αδυναμίες. Οι Γερμανοί γενικά είναι επιφυλακτικοί απέναντι στις επενδύσεις και προτιμούν τις αποταμιεύσεις σε τραπεζικούς λογαριασμούς.
Ο Μερτς, πρώην επενδυτικός τραπεζίτης, υπογράμμισε τη σημασία μιας μακροπρόθεσμης προσέγγισης.
«Η αξιοποίηση της κεφαλαιαγοράς στο πλαίσιο του νόμιμου συνταξιοδοτικού συστήματος είναι ίσως ο καθοριστικός παράγοντας για τη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα και σταθερότητα του συνταξιοδοτικού μας συστήματος», δήλωσε.
