«Μια μη διακυβερνήσιμη χώρα; Γιατί η Βρετανία εξακολουθεί να χάνει πρωθυπουργούς» είναι ο τίτλος της βρετανικής εφημερίδας Guardian για την παραίτηση Στάρμερ, θυμίζοντας στους (Έλληνες) αναγνώστες τη διάσημη πλέον ατάκα του Ευάγγελου Βενιζέλου περί «μη διακυβερνήσιμης χώρας» που είχε προκαλέσει την έντονη ενόχληση της κυβέρνησης Μητσοτάκη και της ΝΔ.
Μέι, Τζόνσον, Τρας, Σούνακ και Στάρμερ: όλοι τους αποχώρησαν από την πρωθυπουργία της Βρετανίας για κάποιο λόγο. Μήπως όμως το βαθύτερο πρόβλημα είναι το ίδιο το αξίωμα;
Όπως αναφέρει στην ανάλυσή του ο Guardian, πρόκειται για μια περίοδο κατά την οποία οι πρωθυπουργοί έμοιαζαν να αποχωρούν αμέσως αφού αναλάμβαναν τα καθήκοντά τους.
Οι μεγάλες στρατηγικές αποφάσεις που αντιμετώπιζε η χώρα παρακάμπτονταν ή αναβάλλονταν. Τα δημόσια οικονομικά ταλαντεύονταν επανειλημμένα, ωστόσο οι προσπάθειες για την ορθολογικοποίηση του φορολογικού συστήματος «φρέναραν» μπροστά σε κατεστημένα συμφέροντα, όπως εκείνα των αγροτών. Οι μεταρρυθμίσεις στην κοινωνική ασφάλιση διατυμπανίζονταν και στη συνέχεια αραίωναν. Όλη η πολιτική δραστηριότητα προερχόταν από μνησικακία και αντιπαλότητα, παρά από δράσεις σε πρακτικό επίπεδο. Και όλο αυτό το διάστημα, οι λαϊκιστές περίμεναν στα παρασκήνια.
Όπως επισημαίνεται στην ανάλυση του Guardian, τα παραπάνω δεν είναι κάποια πρώτη γεύση από ένα μελλοντικό βιβλίο ιστορίας για τη Βρετανία του σήμερα, αλλά για μια περιγραφή της τέταρτης δημοκρατίας της Γαλλίας, η οποία προχωρούσε τρεκλίζοντας μετά από τη δύσκολη «γέννησή» της το 1946 μέχρι το 1958, όταν το εξαντλημένο καθεστώς – προκειμένου να βγάλει τον εαυτό του από την τρομερά δύσκολη θέση στην οποία βρισκόταν – παραχώρησε την εξουσία στον Στρατηγό Σαρλ ντε Γκωλ για να δημιουργήσει μια νέα τάξη πραγμάτων.
«Δεν υπήρξε ποτέ περίοδος σαν την τωρινή»
Ο Στάρμερ όμως δεν αποχώρησε τόσο ήπια. Έδωσε λυσσαλέα μάχη ενάντια στην παραίτησή του μέχρι που η εκλογική νίκη του Άντι Μπέρναμ στην περιφέρεια του Μέικερφιλντ, τον ανάγκασε να δεχτεί το αναπόφευκτο. Παρόμοια παραδείγματα μπορούν να βρεθούν μόνο στην ιστορία άλλων χωρών, διότι στη Βρετανία δεν έχουν ξανασυμβεί.
«Δεν υπήρξε ποτέ περίοδος σαν την τωρινή», δήλωσε ο Άντονι Σέλντον, συγγραφέας του βιβλίου «Το Ακατόρθωτο Πόστο;» (“The Impossible Office”), το οποίο καταγράφει την 300 ετών ιστορία της πρωθυπουργίας στη Βρετανία.
Ναι, υπήρξε μια δεκαετία τον 18ο (1760-1770) και άλλη μία τον 19ο (1827-1837) αιώνα, κατά τις οποίες η Βρετανία «κατανάλωνε» πρωθυπουργούς με παρόμοιο ρυθμό. Αλλά οι έξι – και σύντομα πιθανώς επτά – πρωθυπουργοί της χώρας από το 2016 κατατάσσονται ως «μοναδικές περιπτώσεις» αν λάβουμε υπόψη την ευρύτερη αναταραχή στην κορυφή. Υπήρξαν επίσης οκτώ καγκελάριοι και εννέα υπουργοί εξωτερικών – πριν από οποιονδήποτε ανασχηματισμό γίνει μετά τον Στάρμερ.
Σύμφωνα με τον Guardian, μια προφανής – αλλά όχι και τόσο πολυσυζητημένη – συνέπεια της αλλαγής πρωθυπουργών είναι ότι ένα τεράστιο ποσοστό άλλων υπουργών θα αλλάξει επίσης αυτομάτως.
Κάθε νέος πρωθυπουργός, φυσικά, θα θέλει να διαμορφώσει το δικό του υπουργικό συμβούλιο, και κανένας πολιτικός που έχει αρκετή πονηριά να φτάσει στην κορυφή δεν θα είναι τυφλός στις ευκαιρίες αξιοποίησης των κατώτερων βαθμίδων της κυβέρνησης για να ανταμείψει τους αφοσιωμένους και να κρατήσει υπό έλεγχο τους… δύσκολους.
Η προφανής εξήγηση για την κρίση
Όπως τονίζει ο Guardian, η προφανής εξήγηση για αυτή την ανεξέλεγκτη πολιτική αναταραχή στην κορυφή είναι οικονομική. Η στασιμότητα λόγω της οικονομικής κρίσης έχει, αναμφίβολα, κάνει πιο δύσκολη την εξίσωση της δημόσιας πολιτικής. Πολλές μεγαλύτερες γενιές μάλιστα θεωρούν την οικονομική δυσπραγία της χώρας τεράστια.
Αυτό που έχει αλλάξει σε σχέση με παλαιότερες εποχές, σημειώνεται στη ανάλυση, είναι ότι το απλό ταξικό χάσμα της μεταπολεμικής κοινωνίας το έχει πλέον αντικαταστήσει μια σειρά από βαθιές διαιρέσεις: πολιτισμικά χάσματα όπως το Brexit, αξιακά χάσματα όπως το θέμα της Γάζας, και γενεαλογικά χάσματα μεταξύ ηλικιωμένων ιδιοκτητών σπιτιών και νεότερων ενοικιαστών.
Ο ιστορικός Σουντίρ Χαζαρεσίγνκ λέει στον Guardian ότι οι ρίζες των δεινών της τέταρτης γαλλικής δημοκρατίας ήταν παρόμοιες, καθώς πάρα πολλά ξεχωριστά σχίσματα δημιουργήθηκαν ταυτόχρονα μέσω της πολιτικής, με διχασμένες στάσεις απέναντι στον ψυχρό πόλεμο, το σύνταγμα, τις αποικίες και τον κοινωνικό ρόλο της εκκλησίας. Όλα αυτά οδήγησαν στον κατακερματισμό του εκλογικού σώματος με διαφορετικούς τρόπους.
Στη σημερινή εποχή – με όλες τις έχθρες που αναζωπυρώνονται στα social media – η σύγκληση και στη συνέχεια η διατήρηση ενός συνασπισμού απαιτεί ένα μείγμα πολιτικών ταλέντων. Η ατζέντα του Μπόρις Τζόνσον ήταν μια προσπάθεια, αλλά της έλειπε η δυνατότητα ολοκλήρωσης στην πράξη.
Η μεγάλη έλλειψη στην περίπτωση του Στάρμερ εντοπίζεται στην κατανόηση και τη φαντασία. Κατέληξε σε μια άποψη για την κοινή γνώμη ως ανεπανόρθωτα αντιδραστική και προσπάθησε να την εντυπωσιάσει με πολιτισμικό συντηρητισμό, αντί να δώσει έμφαση στον οικονομικό ριζοσπαστισμό που θα μπορούσε να είναι ελκυστική για τους περισσότερους, παρά το πολιτισμικό χάσμα.
Τώρα το κεφάλαιο Στάρμερ έχει τελειώσει και δημιουργούνται βασανιστικές αμφιβολίες για το αν κάποιος μπορεί να συγκροτήσει έναν κυβερνητικό συνασπισμό βασισμένο σε κάτι άλλο πέρα από τον σοβινισμό.
Το παράδειγμα της διακυβέρνησης Ντε Γκωλ
Αυτό όμως, σύμφωνα με τον Guardian, είναι ένα πολύ σκοτεινό συμπέρασμα. Η Μάργκαρετ ΜακΜίλαν, ιστορικός που μελετά την ηγεσία, λέει ότι «πρέπει να απευθυνθούμε στην καλύτερη φύση των ανθρώπων» και να καταστήσουμε κατανοητή στον λαό την ανάγκη για προσπάθεια, ίσως θυσία, και πάνω απ’ όλα χρόνο για να γίνουν σπουδαία πράγματα. Βλέπει μάλιστα τον Μαρκ Κάρνεϊ να κάνει τουλάχιστον μερικά από αυτά στην χώρα καταγωγής της, τον Καναδά, και σημειώνει ότι η δημοτικότητά του είναι ανθεκτική.
Πίσω στη Γαλλία, όταν η τέταρτη δημοκρατία υποχώρησε, η διακυβέρνηση Ντε Γκωλ αποδείχθηκε αυταρχική και καμιά φορά στενόμυαλη – αλλά παρ’ όλα αυτά αποτελεσματική. Μέσα από πολλά ζητήματα που φαινόταν δυσεπίλυτα, βρέθηκε ένας τρόπος διαχείρισής τους. Οι πικρές συγκρούσεις παρέμεναν και περιστασιακά εκρήγνυνταν, αλλά πλέον, τα προβλήματα είχαν τεθεί υπό έλεγχο.
Η πολιτική φρενίτιδα επιβραδύνθηκε δραματικά και οι Γάλλοι απέκτησαν τότε αναγνώριση για την κατασκευή δρόμων, γεφυρών, σιδηροδρομικών γραμμών και άλλων υποδομών. Το κλειδί για την απελευθέρωση των διορατικών πολιτικών που χρειάζεται η χώρα δεν είναι να αφαιρείται η πολιτική από τα πάντα, αλλά να ασκείται σωστά η πολιτική. Ο Άντι Μπέρναμ θα πρέπει να λάβει αυτό το μάθημα σοβαρά υπόψη.
