«Ιβάνκα, η Αλβανία δεν πωλείται». Αυτό το σύνθημα, μαζί με άλλα παρόμοια, κυριαρχούν εδώ και τουλάχιστον δύο εβδομάδες στους δρόμους των Τιράνων και άλλων αλβανικών πόλεων, καθώς και του εξωτερικού όπου ζουν κοινότητες Αλβανών, ανάμεσά τους και στην Αθήνα.
Οι οργισμένοι πολίτες στρέφουν τα βέλη τους κατά της κυβέρνησης του Εντι Ράμα και του ζάπλουτου ζεύγους Ιβάνκα Τραμπ – Τζάρεντ Κούσνερ για την κατασκευή ενός φαραωνικού τουριστικού συγκροτήματος σε μια παρθένα παραθαλάσσια περιοχή της Αδριατικής όπου ζουν πολλά σπάνια είδη πανίδας και είχε κηρυχτεί προστατευόμενη. Το ροζ φλαμίνγκο, ένα από τα είδη που διαβιούν στη Βιόσα-Νάρτα στο δέλτα του ποταμού Βιόσα (Αώου), έγινε το σήμα κατατεθέν των διαδηλώσεων. Εξ ου και αυτή η μαζική λαϊκή αντίδραση ονομάστηκε «επανάσταση των φλαμίνγκο».

Μια «ειδυλλιακή» τοποθεσία
Η ιστορία ξεκινά το όχι και τόσο μακρινό 2024. Την άνοιξη εκείνης της χρονιάς, η κόρη του Αμερικανού προέδρου και ο σύζυγός της εξέφρασαν την επιθυμία τους να κατασκευάσουν πολυτελή ξενοδοχειακή μονάδα στην Αλβανία. Εκείνη την εποχή έκαναν κρουαζιέρα με γιοτ στα αλβανικά παράλια και ανακάλυψαν την περιοχή της Βιόσα-Νάρτα, με την Ιβάνκα Τραμπ να δηλώνει ότι «μαγεύτηκε» από την ομορφιά του τοπίου. Καθόλου συμπτωματικά, προς το τέλος της ίδιας χρονιάς, πέρασε με συνοπτικές διαδικασίες νόμος που αποχαρακτήριζε από περιοχή Natura τη Βιόσα-Νάρτα και το κοντινό ακατοίκητο νησί Σαζάν, το μοναδικό νησί της Αλβανίας όπου στο παρελθόν υπήρχε στρατιωτική βάση. Στο όνομα μιας «στρατηγικής επένδυσης» που προβλέπει την κατασκευή ξενοδοχειακής μονάδας και πολυτελών κατοικιών συνολικής χωρητικότητας 10.000 ατόμων.
Η απόφαση προκάλεσε έντονες αντιδράσεις τόσο για τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις όσο και για την αδιαφάνεια της όλης διαδικασίας. Η αλβανική κυβέρνηση έδωσε στην Atlantic Incubation Partners LLC, που συνδέεται με το επενδυτικό ταμείο Affinity του Τζάρεντ Κούσνερ, το καθεστώς του στρατηγικού επενδυτή για ένα σχέδιο ύψους 1,4 δισ. ευρώ. Ποσό που ο Εντι Ράμα ανέβασε πρόσφατα σε 4,7 δισ. ευρώ. Ωστόσο, παρά τις δημοσιογραφικές έρευνες μεγάλων διεθνών μέσων, η ακριβής ταυτότητα των επενδυτών και ο ρόλος του αλβανικού κράτους στα χρηματοοικονομικά σχήματα παραμένουν αδιαφανείς. Εξίσου θολό παραμένει και το ιδιοκτησιακό καθεστώς της περιοχής, παρόλο που ο Ράμα ισχυρίζεται ότι πρόκειται για ιδιωτική γη που έχει κατασχεθεί.
«Το πρόβλημα δεν αφορά μόνο τη διαφάνεια αυτής της διαδικασίας, αλλά επίσης το γεγονός ότι όλο αυτό έγινε με πλήρη περιφρόνηση της περιβαλλοντικής σημασίας αυτής της ζώνης», δήλωσε στο γαλλικό AFP η Ντενίσα Κάζα, μέλος της αλβανικής ένωσης προστασίας του περιβάλλοντος PPNEA, υπογραμμίζοντας ότι πρόκειται για «μία από τις πιο σημαντικές τοποθεσίες βιοποικιλότητας της Μεσογείου».
Η ήττα στη Σερβία
Αρκετά πρόσφατα, ακριβώς έξι μήνες νωρίτερα, ο μεγαλοεπενδυτής Κούσνερ έφαγε ένα χαστούκι από τους Σέρβους. Εκεί, η κυβέρνηση του δεξιού εθνικιστή Αλεξάνταρ Βούτσιτς είχε παρακάμψει άρον άρον το Σύνταγμα με έναν «ειδικό νόμο» προκειμένου να αποχαρακτηρίσει από μνημείο πολιτιστικής κληρονομιάς το παλιό κτίριο του υπουργείου Αμυνας και του γενικού επιτελείου στρατού, που είχε υποστεί σοβαρές ζημιές από τους ΝΑΤΟϊκούς βομβαρδισμούς το 1999, καθώς σε εκείνο ακριβώς το σημείο στο κέντρο του Βελιγραδίου ο Τζάρεντ Κούσνερ σκόπευε να χτίσει έναν πύργο Τραμπ.
Η Σερβία βρισκόταν ήδη σε αναβρασμό μετά το θανατηφόρο δυστύχημα στον σιδηροδρομικό σταθμό του Νόβισαντ την 1η Νοεμβρίου 2024, όταν από την κατάρρευση του στέγαστρου σκοτώθηκαν 16 άνθρωποι και τραυματίστηκαν δεκάδες άλλοι. Η οργή για το ξεπούλημα του ιστορικού μνημείου «κούμπωσε» με το κίνημα λαϊκής οργής για το Νόβι Σαντ που επί ολόκληρους μήνες έβγαζε μαζικά στους δρόμους τους Σέρβους, κυρίως τους νέους. Η χαριστική βολή για τη «στρατηγική επένδυση» ήρθε τον περασμένο Δεκέμβριο, όταν η Εισαγγελία του Βελιγραδίου άσκησε ποινική δίωξη κατά του υπουργού Πολιτισμού και άλλων δύο κυβερνητικών στελεχών με κατηγορίες για κατάχρηση εξουσίας και παραποίηση στοιχείων προκειμένου να προχωρήσει ο αποχαρακτηρισμός του μνημείου. Μπροστά σε αυτές τις εξελίξεις, η Affinity Partners του Κούσνερ ανακοίνωσε ότι αποσύρεται από το έργο.
Πίσω από τα «φλαμίνγκο» η διαφθορά και η κακοδιαχείριση
«Η “επανάσταση των φλαμίνγκο” στην Αλβανία αφορά περισσότερα πράγματα από τον Κούσνερ και τα πουλιά», σημείωνε πρόσφατο άρθρο γνώμης στον ιστότοπο BalkanInsight. Oπως στη Σερβία το δυστύχημα του Νόβι Σαντ έγινε η θρυαλλίδα για να ξεσπάσει η κοινωνική οργή για όλα τα κακώς κείμενα, έτσι και στην Αλβανία, με αφορμή τη σκοτεινή επένδυση των Τραμπ-Κούσνερ, ο κόσμος εκφράζει την οργή του για τη διαφθορά, την κακοδιαχείριση και την ανέχεια που μαστίζει τη φτωχότερη χώρα της Ευρώπης και που οδηγεί ακόμα και σήμερα χιλιάδες ανθρώπους στη μετανάστευση. Γι’ αυτό και οι διαδηλωτές στρέφουν τα βέλη τους όχι μόνο κατά του Ράμα, του οποίου ζητούν την παραίτηση, αλλά και κατά του ηγέτη της αντιπολίτευσης, Σαλί Μπερίσα.

«Δεν υπάρχει περίπτωση να σταματήσει αυτή η επένδυση όσο είμαι εγώ στην κυβέρνηση», δηλώνει με στόμφο ο Εντι Ράμα. Αποδίδει, κατά την προσφιλή τακτική πολλών ηγετών όταν βρίσκονται στα δύσκολα, σε «ξένο δάκτυλο» την υποκίνηση των διαδηλώσεων, πετάει το «τυράκι» των θέσεων εργασίας που θα ανοίξουν και απειλεί με αυστηρή τιμωρία όσους «διαταράσσουν την τάξη».
Την περασμένη εβδομάδα πάντως, η Ειδική Εισαγγελία κατά της Διαφθοράς της Αλβανίας (SPAK) ζήτησε τη σύλληψη 20 Αλβανών πολιτών ως υπόπτων για εμπόριο ναρκωτικών και νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες. Ορισμένοι από αυτούς, σύμφωνα με τα τοπικά μέσα, φέρονται να συνδέονται με το επίμαχο τουριστικό πρότζεκτ. Ακόμα είναι νωρίς για να πούμε οτιδήποτε. Αν όμως, στο τέλος, η κινητοποίηση των πολιτών και η δράση της Δικαιοσύνης σημάνουν μια δεύτερη ήττα για τον γαμπρό του Τραμπ, θα δικαιωθεί για δεύτερη φορά ο στίχος του Σαββόπουλου «εδώ είναι Βαλκάνια, δεν είναι παίξε-γέλασε».
