ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Νώντας Χαλδούπης
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Το δόγμα «πόλεμος πατήρ… κερδών» εφαρμόζεται σε μεγάλη κλίμακα τα τελευταία χρόνια, με συρράξεις μεγάλης κλίμακας -από την Ουκρανία ώς το Ιράν- να επανακαθορίζουν βίαια τη ροή του παγκόσμιου πλούτου, κατευθύνοντας αμύθητα κέρδη κυρίως σε δύο τομείς που αναδεικνύονται ως μεγάλοι κερδισμένοι: την ενεργειακή και την αμυντική βιομηχανία.

Οι δύο αυτοί επιχειρηματικοί τομείς έχουν μετατραπεί στους απόλυτους κερδισμένους των διαδοχικών γεωπολιτικών κρίσεων. Είτε πρόκειται για τα ιλιγγιώδη κέρδη των πολυεθνικών «Big Oil» από το ράλι των τιμών του αργού, είτε για το «Ελντοράντο» του αμερικανικού υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG) στην Ευρώπη ή ακόμη και για τη θεαματική αναγέννηση της ευρωπαϊκής πολεμικής βιομηχανίας με αιχμή του δόρατος τη γερμανική Rheinmetall, ο κανόνας παραμένει ο ίδιος: ο πόλεμος δεν αλλάζει μόνο τις διεθνείς ισορροπίες ισχύος, αλλά γεννά και μεγάλα κέρδη που συγκεντρώνονται σε λίγους.

Πάρτι γύρω από το Ιράν

Η στρατιωτική σύγκρουση με επίκεντρο το Ιράν, που κλιμακώθηκε στο τέλος Φεβρουαρίου με την εμπλοκή των ΗΠΑ και του Ισραήλ, ανέτρεψε πλήρως τις προγενέστερες προβλέψεις της αγοράς για πλεόνασμα πετρελαίου που θα οδηγούσε σε χαμηλές διεθνείς τιμές.

Οι επιθέσεις και οι διαταραχές στις μεταφορές μέσω των Στενών του Ορμούζ -από όπου διέρχεται περίπου το ένα τρίτο του παγκόσμιου θαλάσσιου εμπορίου αργού- προκάλεσαν ένα βίαιο σοκ προσφοράς. Η τιμή του πετρελαίου Brent κατέγραψε ράλι ξεπερνώντας σχεδόν κατά 50% τις αρχικές προβλέψεις των αναλυτών και αγγίζοντας τα 110 δολάρια το βαρέλι.

Ενώ οι χώρες του Περσικού Κόλπου βρέθηκαν σε αδυναμία εξαγωγών χάνοντας εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως, οι μεγάλες δυτικές πετρελαϊκές εταιρείες που διέθεταν διαφοροποιημένα χαρτοφυλάκια και ισχυρά τμήματα trading βρέθηκαν στην πλέον πλεονεκτική θέση.

Οι «Big Six»

Σύμφωνα με εκτενή ανάλυση που δημοσίευσε η διεθνής ένωση μη κυβερνητικών οργανισμών Oxfam, η κρίση αυτή λειτούργησε ως μηχανισμός ακραίας αναδιανομής πλούτου προς τα πάνω. Οι έξι μεγαλύτεροι πολυεθνικοί όμιλοι -Chevron, Shell, BP, ConocoPhillips, ExxonMobil και TotalEnergies- είδαν τα οικονομικά τους μεγέθη να εκτοξεύονται σε δυσθεώρητα ύψη.

Τα συνολικά κέρδη των έξι κολοσσών για το 2026 προβάλλεται να φτάσουν τα 152 δισ. δολάρια, ποσό αυξημένο κατά 80% (συν 68 δισεκατομμύρια) σε σχέση με τις προβλέψεις προ του πολέμου. Αυτό μεταφράζεται σε περίπου 416 εκατομμύρια δολάρια καθαρού κέρδους κάθε μέρα ή σχεδόν 2.967 δολάρια το δευτερόλεπτο, υπολογίζει η Oxfam.

Από την έναρξη των εχθροπραξιών στο Ιράν μόλις 41 δισεκατομμυριούχοι μεγαλομέτοχοι εταιρειών του κλάδου της ενέργειας στις χώρες των G7 εκτιμάται ότι αύξησαν τη συλλογική τους περιουσία κατά 23,5 δισ. δολάρια κερδίζοντας κατά μέσο όρο 300 εκατομμύρια δολάρια την ημέρα.

Οι «πετρελαιάδες»

Σε αντίθεση με άλλες εποχές κρίσης στην παγκόσμια αγορά πετρελαίου, όπως της δεκαετίας του ’70, οι αμερικανικές πετρελαϊκές εταιρείες, από τους καθετοποιημένους κολοσσούς ώς τις ανεξάρτητες εταιρείες παραγωγής σχιστολιθικού πετρελαίου, βρέθηκαν με τον πόλεμο στο Ιράν σε θέση ισχύος.

Οι ΗΠΑ δεν έχουν πλέον εξάρτηση από ακριβές εισαγωγές αργού πετρελαίου, καθώς έχουν γίνει ο μεγαλύτερος εξαγωγέας πετρελαίου στον κόσμο ξεπερνώντας τη Σαουδική Αραβία και τη Ρωσία. Οι αμερικανικές εξαγωγές αργού πετρελαίου και διυλισμένων καυσίμων έχουν εκτιναχθεί σε περίπου 10,5 εκατ. βαρέλια την ημέρα χάρη στη συνεχιζόμενη έκρηξη στην παραγωγή σχιστολιθικού πετρελαίου και τις παγκόσμιες διαταραχές στον εφοδιασμό που προκλήθηκαν από τον πόλεμο στο Ιράν και τις κυρώσεις στη Ρωσία.

Η Ευρώπη εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τα αμερικανικά ενεργειακά αποθέματα απορροφώντας σχεδόν το μισό των συνολικών εξαγωγών πετρελαίου των ΗΠΑ, ενώ και οι ασιατικές χώρες έχουν στραφεί δυναμικά στο αμερικανικό αργό πετρέλαιο για να αναπληρώσουν τις περιορισμένες ροές από τη Μέση Ανατολή και τη Ρωσία. Αυτό το ιστορικό ορόσημο αποτελεί πλήρη ανατροπή για μια χώρα που για δεκαετίες εξαρτιόταν από το πετρέλαιο της Μέσης Ανατολής. Μετά την άρση της 40ετούς απαγόρευσης εξαγωγών το 2015 η συνεχής πρόοδος στην τεχνολογία του fracking (υδραυλική ρωγμάτωση) επέτρεψε στις αμερικανικές εταιρείες να πάρουν κυρίαρχη θέση στη διεθνή αγορά και να «εξαργυρώνουν» κάθε διαταραχή που προκαλεί άνοδο των διεθνών τιμών.

Αλλωστε έχουν σθεναρή υποστήριξη και από την Ουάσινγκτον, καθώς ο Τραμπ έκανε σημαία της προεκλογικής του εκστρατείας το σύνθημα «Drill, baby, drill» και έλαβε οικονομική βοήθεια από τις ενεργειακές εταιρείες.

Πόλεμος πατήρ… κερδώνΤο «Ελντοράντο» του LNG

Ο πόλεμος στην Ουκρανία προκάλεσε και μια δομική ενεργειακή μετατόπιση. Η διακοπή των εισαγωγών ρωσικού φυσικού αερίου στέρησε από τη Ρωσία τη βασική αγορά για τις εξαγωγές φυσικού αερίου – η άλλοτε κραταιά Gazprom «βουλιάζει» πλέον σε ζημιές. Το τεράστιο κενό καλύφθηκε κυρίως από το Υγροποιημένο Φυσικό Αέριο (LNG) των ΗΠΑ.

Στις εξαγωγές LNG στην Ευρώπη οι αμερικανικές εταιρείες εξασφαλίζουν μυθικά περιθώρια κέρδους. Η κερδοφορία των αμερικανικών εταιρειών βασίστηκε σε μια χαώδη διαφορά τιμής (arbitrage): ενώ η αφθονία σχιστολιθικού αερίου κρατά την τιμή αναφοράς στις ΗΠΑ χαμηλά (περίπου στα 3,10 δολάρια / MMBtu), οι Ευρωπαίοι εισαγωγείς έφτασαν να πληρώνουν έως και 15,70 δολάρια / MMBtu. Αυτό το περιθώριο επέτρεψε στους Αμερικανούς παραγωγούς να αποκομίζουν δισεκατομμύρια από κάθε φορτίο, με την Ευρώπη να απορροφά πλέον πάνω από το 75% των συνολικών αμερικανικών εξαγωγών.

Αυτά τα υπερκέρδη δεν θα κρατήσουν για πολύ πάντως, καθώς πλέον οι Ευρωπαίοι εισαγωγείς στρέφονται στα συμβόλαια μακροχρόνιας διάρκειας που έχουν πολύ χαμηλότερες και προβλέψιμες τιμές προμήθειας. Σε κάθε περίπτωση οι Αμερικανοί εξαγωγείς βρέθηκαν μετά τον πόλεμο στην Ουκρανία με κυρίαρχη θέση στον εφοδιασμό της Ευρώπης, τερματίζοντας την κυριαρχία της Ρωσίας που κρατούσε από τα τέλη της δεκαετίας του ’60, όταν έγιναν οι πρώτες σχετικές συμφωνίες με την ΕΣΣΔ από τον τότε καγκελάριο Βίλι Μπραντ.


Χάνουν οι καταναλωτές

Στη διάρκεια του πολέμου στο Ιράν ο Ντόναλντ Τραμπ δήλωσε περιχαρής αναφερόμενος στην κατάσταση στις διεθνείς ενεργειακές αγορές ότι πλέον όλοι στρέφονται στις ΗΠΑ για αργό πετρέλαιο και έρχονται συνεχώς τάνκερ στο Χιούστον.

Το παράδοξο για τις ΗΠΑ είναι ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας μπορεί να φέρνουν μεγάλα κέρδη στις εταιρείες και να στηρίζουν το ελλειμματικό ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών, αλλά στους Αμερικανούς καταναλωτές, που είναι οι βασικοί τροφοδότες της ανάπτυξης στη χώρα, προκαλούν πολύ μεγάλες επιβαρύνσεις.

Η «εθνική επιτυχία» των ενεργειακών εταιρειών κρύβει στο εσωτερικό της χώρας μια βαθιά κοινωνική ανισότητα. Επειδή οι αγορές ενέργειας είναι παγκοσμίως διασυνδεδεμένες, το αμερικανικό πετρέλαιο και φυσικό αέριο τιμολογούνται με βάση τις διεθνείς χρηματιστηριακές πιέσεις. Οταν οι τιμές ανεβαίνουν λόγω του Ιράν ή της Ουκρανίας, ο μέσος Αμερικανός βλέπει το κόστος στην αντλία και στους λογαριασμούς θέρμανσης με φυσικό αέριο να εκτοξεύεται.

Τα κέρδη ιδιωτικοποιούνται στην κορυφή του εταιρικού τομέα, ενώ το κόστος των γεωπολιτικών κρίσεων κοινωνικοποιείται με τη μορφή του υψηλού πληθωρισμού και των χτυπημάτων στο πορτοφόλι του τελικού καταναλωτή.


SAFE λόγω… Ουκρανίας

Αν ο πόλεμος στο Ιράν γιγάντωσε τα κέρδη του πετρελαϊκού κλάδου, η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία αποτέλεσε το σημείο καμπής για την ευρωπαϊκή αμυντική βιομηχανία. Μετά από δεκαετίες υποεπένδυσης η Ευρώπη αναγκάστηκε να ξεχάσει το λεγόμενο «μέρισμα ειρήνης» και να προχωρήσει με γρήγορο βηματισμό σε επανεξοπλισμό, ιδιαίτερα μετά την εκλογή Τραμπ ο οποίος έθεσε σε αμφισβήτηση τον κεντρικό ρόλο των ΗΠΑ στο NATO.

Πόλεμος πατήρ… κερδώνΟι αμυντικοί προϋπολογισμοί των κρατών-μελών της Ε.Ε. εκτινάχθηκαν από τα 218 δισ. ευρώ το 2021 σε 381 δισ. το 2025. Επιπλέον η Ευρώπη αποφάσισε για πρώτη φορά να αξιοποιήσει τη συλλογική οικονομική ισχύ της για να χρηματοδοτήσει κοινά εξοπλιστικά προγράμματα.

Το πρόγραμμα SAFE (Security Action for Europe) είναι το νέο ευρωπαϊκό χρηματοδοτικό εργαλείο για την άμυνα, το οποίο υιοθετήθηκε τον Μάιο του 2025. Αποτελεί κεντρικό πυλώνα του ευρύτερου σχεδίου «Readiness 2030» και αποσκοπεί στην άμεση ενίσχυση της ευρωπαϊκής αμυντικής βιομηχανίας και της στρατηγικής αυτονομίας της Ευρωπαϊκής Ενωσης.

Στο πλαίσιο του SAFE η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αντλεί κεφάλαια από τις αγορές και παρέχει δάνεια με ευνοϊκούς όρους, συνολικού ύψους έως 150 δισ. ευρώ, προς τα κράτη-μέλη. Τα κεφάλαια αυτά προορίζονται κυρίως για κοινές προμήθειες οπλικών συστημάτων, όπως πυρομαχικά, πύραυλοι και συστήματα αεράμυνας, ενώ βασικός όρος είναι ότι ο εξοπλισμός πρέπει να κατασκευάζεται στην Ευρώπη και να διαθέτει υψηλό ποσοστό ευρωπαϊκών εξαρτημάτων.

Απόλυτος πρωταγωνιστής στην αναγέννηση της πολεμικής βιομηχανίας στην Ευρώπη είναι η γερμανική Rheinmetall AG. Ως κατασκευάστρια βλημάτων πυροβολικού και τεθωρακισμένων, που είχαν τεράστια ζήτηση για τις ανάγκες του πολέμου στην Ουκρανία, η εταιρεία είδε το ανεκτέλεστο υπόλοιπο των παραγγελιών της να αγγίζει το 2026 τα 73 δισ. ευρώ, ενώ οι συνολικές πωλήσεις της αναμένεται να ξεπεράσουν τα 14 δισ. ευρώ φέτος.

Μεταξύ 2022 και 2024, δηλαδή στα πρώτα χρόνια του πολέμου, η Rheinmetall σχεδόν διπλασίασε τον τζίρο της από οπλικά συστήματα (πίνακας: παρουσιάζονται οι κύκλοι εργασιών των 10 μεγαλύτερων βιομηχανιών όπλων του ευρύτερου ευρωπαϊκού χώρου από τον τομέα της άμυνας, καθώς πολλές έχουν έσοδα και από άλλες δραστηριότητες).

Η μέση αύξηση τζίρου την ίδια περίοδο για τις δέκα μεγαλύτερες βιομηχανίες της Ευρώπης (περιλαμβάνεται και η Βρετανία) ήταν της τάξης του 36%. Η βρετανική BAE Systems και η γαλλική Thales παρέμειναν στην κορυφή της Ευρώπης με σημαντική αύξηση εσόδων από τα αμυντικά συστήματα (30% και 75% αντίστοιχα). Τον τζίρο της διπλασίασε αυτή την περίοδο η βρετανική Rolls Royce, ενώ εντυπωσιακή αύξηση σημείωσε ο κύκλος εργασιών της γαλλικής Safran (+73%) που μεταξύ πολλών άλλων παράγει τους κινητήρες των μαχητικών Rafale.

Οι μεγάλες αυξήσεις τζίρου για βιομηχανίες όπως η Thales και η Safran αντανακλούν τη μετάβαση της τεχνολογίας του πολέμου σε νέα εποχή, καθώς η σύγχρονη άμυνα βασίζεται πλέον στα προηγμένα ραντάρ, τους αισθητήρες, τα συστήματα επικοινωνιών και τους υπερσύγχρονους κινητήρες, συστήματα που ενσωματώνονται τόσο σε νέα όσο και σε παλαιότερα, αναβαθμισμένα οπλικά συστήματα.