ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Ιερώνυμος Λύκαρης*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Πριν από λίγες βδομάδες κυκλοφόρησε από τις Εκδόσεις Καστανιώτη το πολυαναμενόμενο μυθιστόρημα του Ζοζέ Σαραμάγκου «Αυτοί που σηκώθηκαν απ’ τη γη», σε μετάφραση της Μαρίας Παπαδήμα.

Το μυθιστόρημα εκδόθηκε το 1980. Το 1981 τιμήθηκε με το Βραβείο Πόλη της Λισαβόνας και το 1992 με το διεθνές Βραβείο Ennio Flaiano (Ιταλία). Όπως κάθε σημαντικό μυθιστόρημα, έτσι κι αυτό σε παροτρύνει να αναζητήσεις τα παρασκήνια της συγγραφής του, την αφορμή και τις υπόγειες διαδρομές της έμπνευσής του.

Τον Απρίλιο του 1975 ο Ζ.Σ. εκτελούσε χρέη αναπληρωτή διευθυντή της κρατικοποιημένης μετά την «Επανάσταση των Γαριφάλων» (25 Απριλίου 1974) πρωινής εφημερίδας Diário de Notícias. Από ανεπίσημο όργανο του καθεστώτος, η εφημερίδα ακολουθούσε πλέον αριστερή γραμμή και υποστήριζε την υλοποίηση των διακηρυγμένων στόχων της επανάστασης. Όταν στις 25.11.1975 το αριστερό στρατιωτικό κίνημα που προσπάθησε να ανακόψει τη διαφαινόμενη δεξιά στροφή της «Επανάστασης των Γαριφάλων» ηττήθηκε από το αντι-πραξικόπημα των συντηρητικών πολιτικών και ανώτερων στρατιωτικών, ο Ζ.Σ. απολύθηκε από τη θέση του.

Χωρίς δουλειά και χωρίς ελπίδα να βρει λόγω της πολιτικής κατάστασης που επικράτησε στη συνέχεια, πήρε την απόφαση να αφοσιωθεί στη λογοτεχνία. Αρχικά μετακινήθηκε στην περιοχή του Ριμπατέζου όπου είχε γεννηθεί, με σκοπό να ολοκληρώσει τη μετάφραση μιας ογκώδους πραγματείας ψυχολογίας και να αποπειραθεί να γράψει ένα μυθιστόρημα για τους εργάτες γης, στους οποίους ανήκαν ο παππούς του Ζερόνιμο Μελρίνιο και η γιαγιά του Ζοζέφα Καϊσίνα. Αν και ένιωθε από καιρό την ανάγκη να γράψει ένα τέτοιο μυθιστόρημα, διάφοροι λόγοι απέτρεψαν την υλοποίηση του σχεδίου του σ’ εκείνα τα μέρη. Σε μια συνέντευξη που έδωσε αμέσως μετά την κυκλοφορία τού «Αυτοί που σηκώθηκαν απ’ τη γη» στον σημαντικό Πορτογάλο συγγραφέα, δημοσιογράφο και μεταφραστή Ερνέστο Σαμπάιο (1945-2001) και δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Diario de Lisboa (8.3.1980), μίλησε για το πώς, τελικά, πήραν τα πράγματα τον δρόμο τους:

«Μου ήρθε τότε στο μυαλό η επαφή που είχα κάνει, στα μέσα του 1975, με τη Συλλογική Μονάδα Παραγωγής 8 Boa Esperança, στο Λάβρε [χωριό της μεγαλύτερης σε έκταση περιφέρειας της χώρας, του Αλεντέζο, που βρίσκεται στην κεντρική και νότια Πορτογαλία], λόγω μιας παράδοσης βιβλίων για τη βιβλιοθήκη που οργάνωναν εκείνοι. Τους έγραψα, ρώτησα αν μπορούσα να πάω, πώς θα γινόταν με το φαγητό και τον ύπνο, κι αν υπήρχε μέρος για να δουλέψω, χώρος για μια γραφομηχανή. Μου απάντησαν: Έλα. Και πήγα [αρχές του 1976]. Εμεινα στο Λάβρε την πρώτη φορά για δυο μήνες, ύστερα, με διαλείμματα, μερικές ακόμα εβδομάδες, κι όταν επέστρεψα από εκεί έφερα κάπου διακόσιες σελίδες με σημειώσεις, περιστατικά, ιστορίες και επίσης κάμποση Ιστορία, εικόνες και φαντασίες, τραγικά και κωμικοτραγικά, ή απλώς επεισόδια της τετριμμένης καθημερινότητας, ποικίλα συμβάντα, τέλος πάντων, η συγκομιδή που είναι δυνατόν να μαζέψουμε αν μπούμε στον κόπο να ρωτήσουμε και είμαστε διατεθειμένοι ν’ ακούσουμε, κυρίως όταν δεν υπάρχει βιασύνη. Πήγα σε Λάβρε, Μοντεμόρ-ο-Νόβο, Εσκοράλ, σε μέρη με κόσμο και σε ερημότοπους, πέρασα μέρες ολόκληρες στο ύπαιθρο, μόνος ή με τη συνοδεία φίλων, κουβέντιασα με νέους και γέρους, πάντα με την ίδια μανία: να ρωτώ και ν’ ακούω».

Ζοζέ Σαραμάγκου: Πώς ο Πορτογάλος νομπελίστας εφηύρε τον εαυτό του
Η γιαγιά Ζοζέφα και ο παππούς Ζερόνιμο

Η συνάντηση με τον 70χρονο Ζοάο Ντομίνγκος Σέρα

Κατά την παραμονή του εκεί είχε την τύχη να συναντήσει έναν από τους λίγους αγρότες που ήξερε γράμματα και κρατούσε ημερολόγιο. Τον 70χρονο Ζοάο Ντομίνγκος Σέρα. Λέει στην ίδια συνέντευξη:

«Όταν ένας κάτοικος του Αλεντέζο αποφασίσει να μιλήσει, κανένας δεν τον σταματά. Εξάλλου, υπάρχουν και κάτοικοι του Αλεντέζο που γράφουν. Δεν είναι πολλοί. Εγώ είχα την τύχη να βρω έναν. Μπορείς να φανταστείς πώς είναι να μιλάς με έναν 70χρονο αγρότη, λέω εγώ, λες εσύ, και ξαφνικά ανοίγει ένα συρτάρι, βγάζει μερικά τετράδια από στρατσόχαρτο, γραμμένα με τεράστια και σταθερά γράμματα, πίστεψέ με, ακόμα και τα ορθογραφικά λάθη ήταν σταθερά: “Εδώ είναι η ιστορία της ζωής μου”. Αυτό μου συνέβη.»

«Πήρα στο “κρησφύγετό” μου την ιστορία του Ζοάο Ντομίνγκος Σέρα όπως την είχε διηγηθεί ο ίδιος, τη διάβασα το ίδιο εκείνο βράδυ, τρέμοντας από συγκίνηση και κρύο (ήταν Μάρτιος), και όταν τελείωσα είχα, επιτέλους, τον θεμέλιο λίθο αυτού που θα γινόταν το “Αυτοί που σηκώθηκαν απ’ τη γη”. Αυτή η αληθινή ζωή ήταν σαν μια σειρά από πέτρες βαλμένες δίπλα δίπλα για να διασχίσω το ορμητικό ρεύμα των δεδομένων στο οποίο ήδη βυθιζόμουν. Πάνω σε αυτή τη γέφυρα μπορούσα τώρα να κυκλοφορώ κατά βούληση».

Όταν επέστρεψε από το Λάβρε με «ένα βουνό» από πρώτη ύλη, πίστευε ότι δεν θα του ήταν δύσκολο να γράψει το βιβλίο. «Αρκούσε να τα τακτοποιήσω λίγο, να τα συστηματοποιήσω λίγο, να αφαιρέσω τα περιττά, να προσθέσω σχόλια, να τους δώσω λογοτεχνική μορφή, να βάλω παρηχήσεις όπου ήταν σκόπιμο, να τελειοποιήσω το ύφος», είπε στην ίδια συνέντευξη.

Ωστόσο, δεν ήθελε να γράψει κάτι που να θυμίζει ρεπορτάζ, ούτε ένα μυθιστόρημα που θα πατούσε στα χνάρια έγκριτων συναδέλφων του, ήδη καθιερωμένων στη λογοτεχνική σκηνή της εποχής. Αν και ήταν σίγουρος για το πώς δεν ήθελε να το γράψει, έπρεπε να περιμένει, χωρίς να πιέζει τον χρόνο, «να ολοκληρωθεί η διαδικασία της ωρίμανσης» που ένιωθε ότι βρισκόταν σε εξέλιξη. Στο μεσοδιάστημα ολοκλήρωσε ένα άλλο μυθιστόρημα και εξέδωσε μια συλλογή διηγημάτων με τίτλο «Σχεδόν αντικείμενο» (1978) και ένα θεατρικό έργο («Η νύχτα», 1979).

Μέχρι που ξημέρωσε η ημέρα που ξαφνικά, χωρίς να καταλάβει πώς, συνειδητοποίησε ότι θα μπορούσε να γράψει το βιβλίο μόνο αν μεταμόρφωνε τον εαυτό του σε «πολλαπλό αφηγητή». Σε κάποιον που θα αφηγούνταν δυνατά αυτά που έμαθε και διδάχτηκε στο Αλεντέζο από έξω και από μέσα, από κοντά και από μακριά, με ύφος άλλοτε σοβαρό και άλλοτε ειρωνικό, άλλοτε τρυφερό και άλλοτε βίαιο, άλλοτε προσποιούμενος τον αφελή και άλλοτε τον έμπειρο παντογνώστη αφηγητή. Όπως οι λαϊκοί παραμυθάδες της χώρας του (γνωστοί στα πορτογαλικά ως contadores de histórias), που «προσάρμοζαν» τις εξιστορήσεις τους ανάλογα με το ακροατήριό τους, θα εγκιβώτιζε στα λεγόμενά του στοιχεία λαϊκής σοφίας, μύθους και δοξασίες, παροιμίες, σχόλια, υποθέσεις, αποφθέγματα, αλλά και αναδρομές στο παρελθόν για να κεντρίσει τη συλλογική ιστορική μνήμη και τη φαντασία, ό,τι τέλος πάντων θα θεωρούσε αναγκαίο για να κρατήσει το «ακροατήριό» του σε εγρήγορση. Με τρόπο ανοιχτό, προειδοποιώντας με την τελευταία φράση του πρώτου κεφαλαίου το εν δυνάμει αναγνωστικό κοινό του: «Όλα αυτά όμως μπορεί κανείς να τα αφηγηθεί και με άλλον τρόπο».

Λέει, επίσης, στην ίδια συνέντευξη:

«Συνειδητοποίησα ότι αυτό θα ήταν εφικτό μόνο αν κατάφερνα να ανασυνθέσω την προφορικότητα στον γραπτό λόγο, αν μετέτρεπα τον γραπτό λόγο σε λόγο με την κυριολεκτική έννοια του όρου, απορρίπτοντας όμως ανελέητα κάθε πειρασμό φωνητικής μεταγραφής, που είναι η χειρότερη από τις παγίδες. Θυσίασα χωρίς καμία τύψη το γραφικό στοιχείο, το τοπικό χρώμα, τη λαογραφία. Με όλα αυτά, δεν χρειάστηκε να σπρώξω καμία πόρτα, ήταν αυτή που ανοίχτηκε μπροστά μου όταν πλησίασα από τον σωστό δρόμο».

Κομβική η επαφή του με τους ανθρώπους του Αλεντέζο

Γι’ αυτή τη στροφή του στην προφορικότητα της αφήγησης, που εγκαινιάστηκε με το «Αυτοί που σηκώθηκαν απ’ τη γη» και χαρακτηρίστηκε ως η απαρχή του «σαραμαγκικού ύφους», ο Ζ.Σ. μίλησε και σε μεταγενέστερες συνεντεύξεις του.

Ζοζέ Σαραμάγκου: Πώς ο Πορτογάλος νομπελίστας εφηύρε τον εαυτό του
Οικογένεια αγροτών στο κάρο τους στην επαρχία Αλεντέζο της Πορτογαλίας.

Οκτώ χρόνια μετά την έκδοση του βιβλίου, είπε σε μια συνέντευξή του στο ένθετο Idéias της εφημερίδας Expresso:

«…Βρισκόμουν, λυπημένος, ήδη στο εικοστό κεφάλαιο, όταν ένιωσα πώς μπορούσε να γραφτεί το βιβλίο. Συνειδητοποίησα ότι θα ήμουν ικανός να το γράψω μόνο αν το έγραφα σαν να το διηγούμουν. Όχι μεταφέροντας γραπτά τον λεγόμενο προφορικό λόγο, γιατί αυτό είναι αδύνατο, αλλά εισάγοντας στη γραφή έναν μηχανισμό φαινομενικής φλυαρίας, φαινομενικής αποδιοργάνωσης του λόγου. Λέω φαινομενικής γιατί ξέρω πόσο κόπο μου κόστισε να προσποιηθώ ότι όλα ήταν έτσι».

Αρκετά χρόνια αργότερα, σε μια συνομιλία του με τον καθηγητή Κάρλος Ρέις, μίλησε εκτός των άλλων και για τη βεβαιότητά του πως αν δεν είχε συναναστραφεί τους ανθρώπους του Αλεντέζο ίσως να μην είχε εμπνευστεί το αφηγηματικό ύφος που ακολούθησε στα κατοπινά μυθιστορήματά του και τον έκανε παγκόσμια γνωστό.

«Σκέφτομαι πως το “Αυτοί που σηκώθηκαν απ’ τη γη” ήταν ένα θέμα που είχα να λύσω και αφορούσε την ίδια μου τη ζωή, τον τόπο όπου γεννήθηκα· δεν γεννήθηκα στο Αλεντέζο, αλλά, τηρουμένων των αναλογιών, η ιστορία είναι η ίδια. Σαν να έπρεπε να γραπωθώ απ’ τους ανθρώπους αυτούς που υπήρξαν οι παππούδες μου, οι γονείς μου, οι θείοι μου, όλος αυτός ο κόσμος, αναλφάβητοι και αμόρφωτοι, κι έπρεπε να γράψω ένα βιβλίο. Αν δεν είχα πάει στο Αλεντέζο, ίσως να μην είχε γεννηθεί ο τρόπος που γράφω σήμερα, με αφετηρία τον προφορικό λόγο, τις διαρκείς κουβέντες κι αυτό που δεν είναι γραπτό, είναι όμως η επικοινωνία των ανθρώπων μεταξύ τους».

Ζοζέ Σαραμάγκου: Πώς ο Πορτογάλος νομπελίστας εφηύρε τον εαυτό του
Το εξώφυλλο του βιβλίου του Ζοζέ Σαραμάγκου «Αυτοί που σηκώθηκαν απ’ τη γη» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Καστανιώτη και το εξώφυλλο του βιβλίου όταν πρωτοεκδόθηκε

Ταπεινές ιστορίες ανθρώπων

Το «Αυτοί που σηκώθηκαν απ’ τη γη» είναι υπόδειγμα λογοτεχνικής αφήγησης της Ιστορίας μέσα από τις ταπεινές προσωπικές ιστορίες φαινομενικά «ασήμαντων ανθρώπων», που η μόνη δική τους γη ήταν αυτή που θα τους έθαβαν και που από τα τρυφερά παιδικά τους χρόνια θυσίαζαν τις μέρες και τα χρόνια τους σε μια αδιάκοπη αγωνιώδη μάχη επιβίωσης, χωρίς να χορταίνουν την πείνα τους ποτέ. Όπως επισήμανε στην ομιλία του για την απονομή του βραβείου Νόμπελ Λογοτεχνίας (1998), το μυθιστόρημα μιλάει για τις ζωές υπαρκτών ανδρών και γυναικών που ήταν υποχρεωμένοι «να νοικιάζουν τη δύναμη των χεριών τους με αντάλλαγμα μισθό και συνθήκες δουλειάς που μόνο ατιμωτικές μπορούν να χαρακτηριστούν». Αυτούς τους ανθρώπους μεταμόρφωσε ο Ζ.Σ. σε «μυθιστορηματικές φιγούρες», με διακηρυγμένο σκοπό του να διασώσει την ιστορική μνήμη από την εσκεμμένη λήθη, από τη σκοπιά του δικού του ιδεολογικού και πολιτικού στίγματος, το οποίο φροντίζει να δηλώσει στις δύο πρώτες σελίδες του βιβλίου.

Στην πρώτη σελίδα αναγράφονται τα ονόματα των δύο δολοφονηθέντων μελών του Κομμουνιστικού Κόμματος Πορτογαλίας, του Ζερμάνο Βιντιγκάλ και του Ζοζέ Αντελίνο ντος Σάντος, στους οποίους το αφιερώνει. Και οι δύο πρωτοστάτησαν στην οργάνωση των αγροτικών κινητοποιήσεων στην περιοχή του Αλεντέζο, ενάντια στη βίαιη επιβολή της απόλυτης εξαθλίωσης και της πείνας που τους επέβαλλαν οι γαιοκτήμονες και το «Νέο Κράτος» του Σαλαζάρ, μέσω της τεχνητής έλλειψης τροφίμων και της καθήλωσης των μισθών.

Ζοζέ Σαραμάγκου: Πώς ο Πορτογάλος νομπελίστας εφηύρε τον εαυτό του
Ζερμάνο Βιντιγκάλ (αριστερά) και Ζοζέ Αντελίνο ντος Σάντος (δεξιά)

Ο πρώτος δολοφονήθηκε από τα βασανιστήρια της πολιτικής αστυνομίας (PIDE) στις 23.5.1945. Ήταν 32 ετών και η συγκλονιστική περιγραφή της θανατηφόρας ανάκρισής του από τους βασανιστές του, με αυτόπτες μάρτυρες τα μυρμήγκια που βρίσκονται στην αίθουσα των ανακρίσεων και ήταν από αυτά «που σηκώνουν το κεφάλι σαν τα σκυλιά… ζωύφια πολύ παρατηρητικά», είναι συγκλονιστική (σελ. 199-206 ).

Ο δεύτερος πυροβολήθηκε από τον λοχία της χωροφυλακής Φρανσίσκο Ρόνζε από το μπαλκόνι του δημαρχείου του Μοντεμόρ-ο-Νόβο στις 23.6.1958, ενώ βρισκόταν ανάμεσα στους διαδηλωτές που διαδήλωναν ενάντια στην ακρίβεια και στην εκλογική απάτη του καθεστώτος και φώναζαν «Θέλουμε δουλειά και ψωμί». Η σφαίρα τον πέτυχε στον αυχένα. Ήταν 46 ετών και η δολοφονία του αναπαρίσταται στις σελ. 352-371.

Στη δεύτερη σελίδα του βιβλίου ο Ζ.Σ. παραθέτει ως προμετωπίδα ένα ανατριχιαστικά επίκαιρο απόσπασμα από το έργο του Πορτογάλου ποιητή, θεατρικού συγγραφέα, μυθιστοριογράφου και πολιτικού Αλμέιντα Γκαρέτ (1799-1854) «Ταξίδια στην πατρίδα μου», (1846):

«Και ερωτώ τους οικονομολόγους πολιτικούς, τους ηθικολόγους, αν έχουν ήδη υπολογίσει τον αριθμό των ατόμων που απαιτείται να καταδικαστούν στην εξαθλίωση, στην υπέρμετρη εργασία, στην απελπισία, στην άγνοια, στην εγκληματική αμάθεια, στην ανελέητη συμφορά, στην απόλυτη ένδεια, για να υπάρξει ένας πλούσιος».

Ο Ζ.Σ. δεν έκρυψε ποτέ τις κομμουνιστικές πεποιθήσεις του. Τέσσερα χρόνια πριν από τη βράβευσή του με το Νόμπελ, σε μια συνέντευξή του στον Χαβιέρ Ντουράν για την εφημερίδα La Provincia (3.3.1994), είπε για τη σχέση της λογοτεχνίας του με τη φιλοσοφική και πολιτική του ένταξη:

«Μπορεί να είμαι μαρξιστής και μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος, αλλά καταβάλλω μεγάλες προσπάθειες για να μη μετατρέψω τα μυθιστορήματά μου σε πολιτικά φυλλάδια. Έχω ορισμένες ιδέες και ανησυχίες και δεν κάνω διάκριση μεταξύ του εαυτού μου ως συγγραφέα και του εαυτού μου ως πολίτη… Πρέπει να ενθαρρύνουμε τον ανθρωπισμό και να διαδώσουμε τη γνώση ότι χιλιάδες και χιλιάδες άνθρωποι εξακολουθούν να ζουν σε άθλια φτώχεια».

Ζοζέ Σαραμάγκου: Πώς ο Πορτογάλος νομπελίστας εφηύρε τον εαυτό του
Φωτογραφίες που είχε τραβήξει ο Ζοζέ Σαραμάγκου κατά τη διάρκεια της διαμονής του στο Λάβρε.

Μαθήματα ζωής

Η έρευνα, η προετοιμασία και η συγγραφή του μυθιστορήματος επηρέασαν βαθιά τον Ζ.Σ. και ως άνθρωπο και ως λογοτέχνη. Για τα μαθήματα ζωής που διδάχτηκε από τους ανθρώπους του Αλεντέζο ένιωσε την ανάγκη, ως ελάχιστη απόδοση ισόβιας αναγνώρισης και σεβασμού, να αναφερθεί στην ομιλία του στην τελετή απονομής του Νόμπελ Λογοτεχνίας:

«Και με τέτοιους άνδρες και γυναίκες από τη γη θρεμμένους, πρόσωπα αληθινά αρχικά, μυθιστορηματικές φιγούρες κατόπιν, έμαθα να είμαι υπομονετικός, να εμπιστεύομαι και να παραδίνομαι στον χρόνο, σ’ αυτόν τον χρόνο που ταυτόχρονα μας δημιουργεί και μας καταστρέφει, για να μας ξαναδημιουργήσει και να μας καταστρέψει από την αρχή. Μόνο που δεν είμαι σίγουρος ότι έχω αφομοιώσει αρκετά αυτό που η σκληρή εμπειρία μετέτρεψε σε αρετή σε αυτές τις γυναίκες και τους άνδρες: τη φυσική στωικότητα απέναντι στη ζωή. Αν σκεφτεί κανείς, πάντως, πως το μάθημα αυτό που πήρα πριν από περισσότερα από είκοσι χρόνια παραμένει άθικτο στη μνήμη μου, πως καθημερινά το αισθάνομαι παρόν στο μυαλό μου σαν επίμονο προσκλητήριο, δεν χάνω την ελπίδα να δω τον εαυτό μου να γίνεται λίγο περισσότερο αντάξιος του μεγαλείου που είχε το παράδειγμα αξιοπρέπειας που μου έδωσαν στις απέραντες πεδιάδες του Αλεντέζο. Ο χρόνος θα δείξει».

Η μετάφραση της Μαρίας Παπαδήμα σε κάνει να νιώθεις ότι ακούς τη φωνή του «πολλαπλού αφηγητή» Σαραμάγκου να σου το αφηγείται στη γλώσσα μας.

Πηγές αναφορών και φωτογραφιών:

• Ιστοσελίδα Ιδρύματος Ζοζέ Σαραμάγκου, Αυτοβιογραφία,

https://www.josesaramago.org/en/biography/

• Ζοζέ Σαραμάγκου, Πώς έγιναν οι ήρωες των βιβλίων δάσκαλοι κι ο συγγραφέας μαθητευόμενός τους, ομιλία στη Σουηδική Ακαδημία κατά την απονομή του βραβείου Νόμπελ Λογοτεχνίας 1998, στο βιβλίο «Ενας αιώνας Νόμπελ, Οι ομιλίες των συγγραφέων που τιμήθηκαν με το βραβείο Νόμπελ στον 20ό αιώνα», Εκδόσεις Καστανιώτη, 1999.

• Αλεχάντρο Γκαρσία Σνέτσερ και Ρικάρντο Βιέλ, Σαραμάγκου, «Τα ονόματά του, Ένα βιογραφικό άλμπουμ», μετάφραση: Αθηνά Ψυλλιά, Εκδόσεις Καστανιώτη, 2022.

• Museu do Aljube, Resistência e Liberdade, δημοτικό μουσείο που λειτουργεί στην πρώην φυλακή πολιτικών κρατουμένων Cadeia do Aljube της Λισαβόνας, αφιερωμένο στη μνήμη του αγώνα κατά της δικτατορίας και της αντίστασης, υπέρ της ελευθερίας και της δημοκρατίας.

*Συγγραφέας