Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Κραυγή αγωνίας «εκπέμπουν» οι άνθρωποι του Μπιτ Παζάρ στη Θεσσαλονίκη. Η παλιά αγορά που σε δύο χρόνια θα κλείσει έναν αιώνα ζωής παραμένει όρθια με μεγάλη δυσκολία δηλώνουν στο Orange Press Agency οι μαγαζάτορες, οι οποίοι ανησυχούν για τη συνέχεια της, καθώς λόγω της ακρίβειας και των μειωμένων εισοδημάτων, μεγάλο μέρος της παλιάς τους πελατείας έχει χαθεί από την περίοδο της πανδημίας κι έπειτα.

Το Μπιτ Παζάρ έχει μια δική του κλειστή πλατεία και απλώνεται στους γύρω δρόμους και πεζοδρόμους, μετρά χρόνο με τον χρόνο όλο και περισσότερα καταστήματα με κατεβασμένα ρολά. Μια εικόνα, η οποία δεν αρμόζει στην μακρά ιστορία του όπως αυτή αποτυπώνεται από τους ανθρώπους που εργάζονται εκεί. «Το μαγαζί αυτό είναι ένα παλαιοπωλείο, το έχει ανοίξει ο συγχωρεμένος πατέρας μου από τη δεκαετία του 60. Ήτανε μαραγκός. Δούλευε το 1952 σαν τσιράκι, παιδάκι δηλαδή, και μετά άνοιξε το μαγαζί αυτό και το δούλευε με τον αδερφό του», λέει ο Γιάννης. Κάθε πρωί στις 9 ξεκινά να βγάζει την πραμάτεια του έξω. Αντικείμενα, τα οποία κατασκευάστηκαν νωρίτερα ακόμη και από την ίδια την αγορά, η οποία εγκαινιάστηκε το 1928 από τον Ελευθέριο Βενιζέλο σε μία κίνηση στήριξης των Μικρασιατών Προσφύγων.

Το παλαιοπωλείο του Γιάννη

Το παλαιοπωλείο του Γιάννη θυμίζει μικρό μπουκαλάκι όπου φυλάσσεται ένα άρωμα με σκοπό να μείνει ακέραιο. Εκεί, βρίσκονται κλεισμένες όλες οι εποχές των δεκαετιών που πέρασαν. Συναντάμε τα έπιπλά και τους πίνακες που είχαν οι άνθρωποι στα σαλόνια το 1950. Ένα jukebox από το ’60. Ένα ψυγείο από ελληνική εταιρεία που έχει πάψει προ πολλού να υπάρχει και υποδηλώνει μια άλλη εποχή, μιας πιο παραγωγικής Ελλάδας. Και βέβαια μια ιστορία μόνος του είναι ο ίδιος ο χώρος που φιλοξενεί τα μαγαζιά. Δείχνοντας προς τα μέσα, ο Γιάννης κάνει γνωστό ότι τα πλακάκια στο πάτωμα χρονολογούνται από το 1920, όπως και το ξύλινο ταβάνι. Ο τρόπος που είχαν διαμορφωθεί τα κτήρια κάλυπτε μια διπλή ανάγκη για τους πρόσφυγες, στους οποίους είχαν παραχωρηθεί. Αφενός να βγάζουν τα προς το ζην με το κατάστημα που θα διατηρούσαν στο ισόγειο, αφετέρου να έχουν ένα σπίτι για να μείνουν από πάνω.

«Ο άλλος δεν θα πάρει μια αντίκα, θα κοιτάξει να πληρώσει το ρεύμα του»

Υπάρχουν μέρες που δεν θα καταφέρει να κάνει ούτε μία είσπραξη, λέει όλο απογοήτευση, η Γεωργία στο Orange Press Agency. «Λυπάμαι πολύ όπως έχουν γίνει τα πράγματα στο Μπιτ Παζάρ. Είμαστε στο μηδέν θέλω να σου πω. Πάμε καμιά φορά το σπίτι χωρίς χρήματα». Λειτουργεί κατάστημα με χειροποίητα κεντήματα. Η ίδια δεν θεωρεί ότι το πρόβλημα ξεκινά από τις διαφορετικές προτιμήσεις που έχουν οι νέοι. «Κοιτάζοντας στο ίντερνετ βλέπεις ότι τα ίδια προϊόντα πουλάνε πολύ». Για τον Γιάννη η εξήγηση είναι η προφανής κι έχει να κάνει με τις διαφορετικές προτεραιότητες που υποχρεούται να βάλει πλέον ο κόσμος σε συνθήκες οικονομικής ασφυξίας. «Δηλαδή είναι πολύ εξεζητημένο το είδος το δικό μας τώρα. Πάρε μια αντίκα, ένα αυτό. Όταν έρχεται το ενοίκιο, πόσο είναι, το ρεύμα πόσο είναι, το σούπερ μάρκετ πόσο είναι, ο άλλος κάνει κράτει δηλαδή. Φαίνεται, φαίνεται πολύ καθαρά. Αυτό ξεκίνησε ειδικά μετά το κόβιντ». Η επιχείρηση έχει πάψει από καιρό να είναι κερδοφόρα. «Στην πραγματικότητα κρατώ το μαγαζί για συναισθηματικούς λόγους».

Ένας άνθρωπος που γνωρίζει ιστορίες για κάθε ένα από τα 81 καταστήματα που απαρτίζουν το Μπιτ Παζάρ είναι ο Μανώλης, καφετζής στην πλατεία από το 1992. «Είναι σαν να είμαστε ένα χωριουδάκι, μια κωμόπολη εδώ μέσα και έξω δεν ξέρουμε τι γίνεται. Δηλαδή βγαίνεις από την πλευρά της Βενιζέλου, βγαίνεις από την πλευρά της Τοσίτσα και δεν γνωρίζεις τι γίνεται έξω. Εσύ είσαι όλη την ημέρα εδώ μέσα». Από την άλλη, αυτό επιτρέπει στον Μανώλη να αντιλαμβάνεται πλήρως τη διαφορά σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια. «Βγαίνεις έξω και βλέπεις 20 μαγαζιά ανοίκιαστα».

Παρότι το παζάρι είναι όλος του ο κόσμος για δεκαετίες, δηλώνει ότι θέλει και ο ίδιος κάποια στιγμή να αποσυρθεί. «Πάω στα 35 χρόνια τώρα. Να σου πω την αλήθεια, θέλω άλλα τρία αδερφέ να την κοπανήσω, κουράστηκαν τα πόδια μου. Ξεκινώ το πρωί στις 5.30 ώρα και μένω μέχρι το απόγευμα 6-7 κάθε μέρα».

Όλα αυτά συνηγορούν στη διαπίστωση ότι λίγο πριν προλάβει να σβήσει το μεγαλύτερο κερί του, το Μπιτ Παζάρ φαίνεται να σιγοσβήνει το ίδιο, χάνοντας όλο και περισσότερο κάτι από την καθημερινότητα που το καθιστά ξεχωριστό. Το καθημερινό αλισβερίσι με τους μαγαζάτορες και η δυνατότητα να βρεις κάθε λογής αντικείμενο από κάθε πιθανή εποχή γίνεται πλέον με φόντο άδειες βιτρίνες και επιγραφές «Πωλείται».

«Αυτή είναι η τελευταία μου λέξη: χάνουμε τα πάντα».

Σύμφωνα με αφηγήσεις που διασώζονται από στόμα σε στόμα, η αγορά πήρε το όνομά της από την τούρκικη λέξη bit που σημαίνει ψείρα. Αυτό ωστόσο που απέδιδαν στο παζάρι, ότι δηλαδή τα ρούχα του ήταν γεμάτα ψείρες, δεν ανέκοψε τη μετέπειτα ανάδειξή του σε σημαντικό τοπόσημο της Θεσσαλονίκης και σε αναπόσπαστο στοιχείο της ταυτότητάς της.

Το πόσο σημαντικό ήταν και παραμένει το Μπιτ Παζάρ, φαίνεται από τη σταθερή του επιλογή στους ταξιδιωτικούς οδηγούς και στα μέρη που πρέπει να πάει κάποιος όταν επισκέπτεται την πόλη. Πέρα όμως από τον τουρισμό, η σημασία της αγοράς αντανακλάται και σ’ επίπεδο καθημερινότητας και στην προκειμένη, στην τελευταία κουβέντα εκείνων που επιμένουν να μην το εγκαταλείπουν. Για ανθρώπους όπως η Γεωργία, το διακύβευμα είναι σαφές: «Χάνοντας το Μπιτ Παζάρ, χάνουμε τα πάντα. Αυτή είναι η τελευταία μου λέξη, ότι χάνουμε τα πάντα».