Το σκεπτικό του πίσω από την απόφαση να κάνει δεκτή την αίτηση αναίρεσης και να ανατρέψει το βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς για τον Αλέξανδρο Γιωτόπουλο δίνει στη δημοσιότητά ο Άρειος Πάγος.
Σύμφωνα με τα όσα έχουν γίνει γνωστά, το Ανώτατο Δικαστήριο της χώρας κρίνει πως στην περίπτωση του καταδικασμένου ως αρχηγού της 17 Νοέμβρη δεν πληρούνται νόμιμες προϋποθέσεις για την υφ΄όρον αποφυλάκισή του και αποφασίζει να κάνει δεκτή την αίτηση αναίρεσης που δημιούργησε ερωτήματα για το κράτος δικαίου στη χώρα.
Ανάμεσα σε άλλα, στο επίκεντρο της απόφασης βρίσκεται η ερμηνεία διατάξεων του ισχύοντος Ποινικού Κώδικα για τους καταδίκους που εκτίουν περισσότερες ποινές ισόβιας κάθειρξης. Όπως επισημαίνεται χαρακτηριστικά, με τον νέο Ποινικό Κώδικα «ρυθμίστηκε για πρώτη φορά, ρητά, προς κάλυψη του νομοθετικού κενού» το συγκεκριμένο ζήτημα, γεγονός που οδηγεί στο συμπέρασμα ότι απαιτείται πραγματική έκτιση 25 ετών, ακόμη και για εγκλήματα που τελέστηκαν πριν από την 1η Ιουλίου 2019.
Στο σκεπτικό τους οι αρεοπαγίτες απορρίπτουν την επίκληση της ευμενέστερης νομολογιακής αντιμετώπισης που είχε διαμορφωθεί τα προηγούμενα χρόνια, τονίζοντας ότι αυτή «δεν μπορεί να συγκριθεί με τη νομολογία» για τους σκοπούς εφαρμογής του άρθρου 2 του Ποινικού Κώδικα. Όπως αναφέρουν, η αρχή του ευμενέστερου νόμου «προϋποθέτει τη σύγκριση μεταξύ περισσότερων διατάξεων νόμων» και όχι μεταξύ μιας νομοθετικής διάταξης και μιας δικαστικής ερμηνείας που είχε καλύψει προγενέστερο νομοθετικό κενό.
Αυστηρή κριτική, όμως, ασκεί το δικαστήριο και στην αιτιολογία του βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς κρίνοντας ότι αυτό «δεν διέλαβε… την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία» για τη διαπίστωση των ουσιαστικών προϋποθέσεων της υφ’ όρον απόλυσης.
Στο σκεπτικό γίνεται ειδική αναφορά στη στάση του Αλέξανδρου Γιωτόπουλου εντός φυλακής, δηλαδή τη συνέπειά του στην τήρηση των όρων των αδειών, την ολοκλήρωση πανεπιστημιακών σπουδών και την απουσία πρόσφατων πειθαρχικών παραπτωμάτων. Για να φτάσει, όμως, στο συμπέρασμα ότι αυτά δεν αρκούν από μόνα τους για να θεμελιώσουν την απαιτούμενη ηθική μεταστροφή του κρατουμένου.
Αντιθέτως, τα στοιχεία αυτά «στοιχειοθετούν την έννοια της εξωτερικά καλής συμπεριφοράς και όχι της καλής διαγωγής», η οποία, κατά την κρίση του Αρείου Πάγου, πρέπει να αντανακλά μια ουσιαστική και εσωτερική αποδοχή των κανόνων της έννομης τάξης.
Αναφορά γίνεται και στην εκπαιδευτική πορεία του Αλέξανδρου Γιωτόπουλου, με το δικαστήριο να αναγνωρίζει ότι οι σπουδές του αποδεικνύουν «την προσήλωσή του στο στόχο του να παραμείνει λειτουργικός κατά τον πολυετή εγκλεισμό του». Ωστόσο, υπογραμμίζεται ότι αυτό το στοιχείο δεν αρκεί για να αποδειχθεί ο σωφρονισμός ή η ηθική του βελτίωση.
Οι αρεοπαγίτες χαρακτηρίζουν, ακόμη, ελλιπή την αιτιολόγηση ως προς τις δημόσιες παρεμβάσεις του κρατουμένου, τονίζοντας ότι δεν εξηγείται πώς συγκεκριμένες επιστολές ή δημόσιες τοποθετήσεις του συνδέονται με μεταβολή της στάσης του απέναντι στην έννομη τάξη ή αποτελούν ένδειξη πραγματικού σωφρονισμού.
Κατά τον Άρειο Πάγο δεν προκύπτει από τα στοιχεία της υπόθεσης «η ειλικρινής μετάνοιά του για τα εγκλήματα που διέπραξε και η αποκοπή του από το εγκληματικό του παρελθόν», ενώ επισημαίνεται ότι το ίδιο το βούλευμα δέχεται πως ο καταδικασμένος «ουδέποτε αποδέχθηκε τις πράξεις του, ούτε εξέφρασε μεταμέλεια». Το στοιχείο αυτό, σύμφωνα με τον Άρειο Πάγο, μπορεί να αξιολογηθεί ως ένδειξη ότι δεν έχει ολοκληρωθεί η απαιτούμενη ηθική μεταστροφή.
Τέλος, το ανώτατο δικαστήριο επισημαίνει ότι δεν συνέτρεχε ούτε η τυπική προϋπόθεση για την υφ’ όρον απόλυση, καθώς για καταδικασθέντα που εκτίει 17 ποινές ισόβιας κάθειρξης και πρόσκαιρη κάθειρξη 25 ετών «ο απαιτούμενος ελάχιστος χρόνος πραγματικής παραμονής στο σωφρονιστικό κατάστημα… είναι τα 25 έτη» και όχι τα 23 που είχε δεχθεί το Συμβούλιο Εφετών. Με αυτά τα δεδομένα, έγινε δεκτή η αίτηση αναίρεσης του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, το βούλευμα αναιρέθηκε και η υπόθεση παραπέμφθηκε εκ νέου στο ίδιο δικαστικό συμβούλιο με διαφορετική σύνθεση.
