Η χώρα έχει μπει σε προεκλογική περίοδο απροσδιόριστης διάρκειας και, αν πιστέψουμε τις δημοσκοπήσεις, το πιθανότερο είναι ότι η επόμενη κυβέρνηση θα είναι πολυκομματική.
Επομένως, παρ’ όλο που η πολιτική είναι ανταγωνιστικό σπορ, την επόμενη μέρα θα χρειαστεί να υπάρξουν συνεργασίες κι αυτές θα πρέπει να γίνουν βάσει σχεδίου και προγράμματος.
Υπό κανονικές συνθήκες οι εκλογές διασφαλίζουν εναλλαγή των κομμάτων στην κυβερνητική εξουσία σε ένα πλαίσιο διαχείρισης το οποίο είναι λίγο πολύ σταθερό και συμβατό με τη διεθνή κατάσταση.
Ομως οι συνθήκες σήμερα κάθε άλλο παρά κανονικές είναι.
Στο νέο τοπίο η εγχώρια πολιτική αντιπαράθεση δεν θα έχει αποτέλεσμα εάν περιοριστεί σε μια δημόσια συζήτηση για διαφορετική διαχείριση επιμέρους προβλημάτων και σε συγκυριακές προσεγγίσεις.
Σχεδόν τα πάντα, από το διεθνές πλαίσιο των τελευταίων δεκαετιών, με ανοιχτές διεθνείς αγορές και πολυμερείς κανόνες -που σε γενικές γραμμές δεν αμφισβητούνταν ανοιχτά, αν και δεν γίνονταν πάντα σεβαστοί- μέχρι τον εσωτερικό παραδοσιακό πολιτικό χάρτη με διαβαθμίσεις ανάμεσα σε Δεξιά και Αριστερά, όλα δείχνουν να αναθεωρούνται.
Επιπλέον τo καθεστώς «μόνιμου πολέμου», που δείχνει να παγιώνεται, τροφοδοτεί την ανασφάλεια και τη συντηρητική πολιτική ρητορική γύρω από το τρίπτυχο «ασφάλεια, νόμος και τάξη», που εκτοπίζει τη συζήτηση για τα κοινωνικά δικαιώματα και την άνοδο του βιοτικού επιπέδου, ενώ πυροδοτεί και φαινόμενα ξενοφοβίας και ρατσισμού.
Η «Ενωμένη Ευρώπη», που κάποτε φιλοδοξούσε να αποτελεί διεθνώς υπόδειγμα κοινωνικού κράτους, σήμερα κόβει πόρους από παντού για να χρηματοδοτήσει την ανάπτυξη της αμυντικής βιομηχανίας. Είναι μια επιλογή ασφαλείας, αλλά με υψηλό κοινωνικό κόστος.
Με τα δεδομένα αυτά η συζήτηση για την παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας -στην οποία όλοι ομνύουν, αλλά χωρίς να παρουσιάζουν το σχέδιο- είναι σήμερα πιο απαραίτητη από ποτέ, καθώς ο κατακερματισμός της διεθνούς οικονομίας επαναφέρει τον ρόλο του κράτους και του εθνικού σχεδιασμού σε πρώτο πλάνο.
Η εμπειρία των τελευταίων ετών δείχνει ότι μια χώρα δεν μπορεί να βασίζεται στο δόγμα της ανάπτυξης μέσω εξαγωγών ούτε στην εξάρτηση από τις εισαγωγές. Η δε περίοδος των μνημονίων στην Ελλάδα έδειξε με επώδυνο τρόπο ότι η οικονομική ανεξαρτησία είναι προϋπόθεση για τη διασφάλιση όχι μόνο της κοινωνικής ευημερίας, αλλά και της εθνικής κυριαρχίας.
Είναι κρίσιμος ένας Εθνικός Οικονομικός Σχεδιασμός για την ενίσχυση της ελληνικής παραγωγής και τη διασφάλιση επάρκειας και ανταγωνιστικής αιχμής σε κρίσιμα αγαθά και υπηρεσίες.
Την ίδια στιγμή αναδεικνύεται και ο ρόλος των επιχειρήσεων όχι μόνο σε στρατηγικούς τομείς όπως η ενέργεια, τα φάρμακα και η διατροφή, αλλά και στη γεωπολιτική και τη διπλωματία.
Μπορεί «το κεφάλαιο να μην έχει πατρίδα», αλλά η αλήθεια είναι ότι η ύπαρξη ισχυρών επιχειρήσεων με το κέντρο αποφάσεων στο εσωτερικό μιας χώρας αποτελεί ένα ισχυρό χαρτί στη διεθνή σκακιέρα σε δύσκολους καιρούς όπως οι σημερινοί.
Αρκεί βέβαια οι επιχειρήσεις αυτές να μην εφαρμόζουν το δόγμα «στύβουμε την ελληνική αγορά και βγάζουμε τα κέρδη στο εξωτερικό», όπως συμβαίνει σε ορισμένους καρτελοποιημένους κλάδους στη χώρα μας που μετέφρασαν τη «διεθνοποίηση» σε «αφελληνισμό».
Η προσαρμογή της χώρας στο νέο περιβάλλον δεν μπορεί να γίνει με υποτίμηση της εργασίας και των εισοδημάτων για να στηριχθεί η οικονομική μεγέθυνση, όπως έγινε συστηματικά τις προηγούμενες δεκαετίες.
Οι καιροί επιβάλλουν τώρα το αντίστροφο: δεν αρκεί μια απλή μετατόπιση, είναι αναγκαία η αλλαγή υποδείγματος με ενίσχυση της ελληνικής παραγωγής αλλά και κρατική παρέμβαση. Και ασφαλώς με ένα κοινωνικό συμβόλαιο που θα επιτρέψει την ισόρροπη κατανομή κόστους και οφέλους ανάμεσα στους κοινωνικούς εταίρους για την υλοποίηση ενός στρατηγικού σχεδίου ανασυγκρότησης.
Ποια θα είναι η σχέση μισθών, παραγωγικότητας και κερδοφορίας;
Ποια η φορολογική μεταχείριση των επενδύσεων και των μερισμάτων; Πώς θα ενισχυθεί η συμμετοχή της εργασίας και των κοινωνικών εταίρων;
Αυτή είναι η συζήτηση που οφείλει να κυριαρχήσει στην προεκλογική περίοδο.
Κάτι τέτοιο βέβαια απαιτεί συνεννοήσεις, συγκλίσεις, συναινέσεις και βέβαια… μακρόπνοο σχεδιασμό, πράγματα που ιστορικά δεν διακρίνουν τα ελληνικά πολιτικά κόμματα.
Καθώς όμως το πολιτικό σκηνικό δείχνει να αναδιαμορφώνεται, ίσως είναι τώρα η κατάλληλη στιγμή για να αλλάξουν κάπως τα πράγματα.
Διότι την επόμενη μέρα κάποιοι θα πρέπει να συνεννοηθούν με κάποιους άλλους, ανάλογα με τη δύναμη που θα τους δώσουν οι πολίτες με την ψήφο τους.
