Λίγο νωρίτερα η Ελλάδα είχε μπει στην ευρωζώνη και ο Σημίτης έκανε on-camera αναλήψεις σε ευρώ, η Αθήνα είχε μετρό και ήταν ολόκληρη ένα εργοτάξιο καθώς προετοιμαζόταν μέσα σε κατσαρίδες και τόνους λάσπης για τους Ολυμπιακούς Αγώνες, το ΠΑΣΟΚ βρισκόταν στην κυβέρνηση (από την οποία δεν έφυγε ποτέ) και οι «δουλίτσες» προχωρούσαν κανονικά. Λίγο μετά θα σηκώναμε το «γαμ…ένο» στα γήπεδα της Πορτογαλίας και θα γινόμασταν το Number One στη Γιουροβίζιον.
Το 2003 ήταν η ιδανική εποχή για «μεγάλα έργα, νέες ευκαιρίες και γρήγορο χρήμα» όπως αναφέρει ο Περικλής Κουλιφέτης στο οπισθόφυλλο από το «Προσκύνημά» του, μια ασπρόμαυρη αυτοέκδοση 80 σελίδων που διαβάζονται απνευστί. Ποιοι είναι, όμως, οι προσκυνητές; Είναι δυο αδέλφια, ο Αλκης και ο Κωστής, με εντελώς διαφορετικούς χαρακτήρες, σχέδια και προσδοκίες.

Ο πρώτος, φιλόλογος, μορφωμένος, οξύθυμος και σνομπ, πασχίζει να πιάσει την καλή όπως το κλίμα της εποχής επιτάσσει. Ο δεύτερος, μεροκαματιάρης, μετρημένος, φοβισμένος και προσγειωμένος, βάζει φρένο στον ενθουσιασμό του αδερφού του αλλά κάπου-κάπου θέλει και να τον πιστέψει. Οι δυο τους, οδηγώντας ένα δανεικό παλιό καμπριολέ και ακολουθώντας έναν αμφίβολης πιστότητας χάρτη, βυθίζονται προοδευτικά στα κατάβαθα μιας χώρας που θυμίζει αλλόκοτο παστίς αναζητώντας ένα εγκαταλελειμμένο ξωκλήσι με στόχο να το ληστέψουν.
«Στο δρόμο τους θα συναντήσουν άθλια χωριουδάκια κι ασυνάρτητη επαρχία, καθετί μισοχωμένο μες στη γη», θα διασχίσουν πανέμορφα τοπία και ερειπωμένα χωριά, θα αναμετρηθούν με πρόβατα και τσοπανόσκυλα, θα ανεβοκατέβουν βουνά, θα συναντήσουν ανθρώπους που επιμένουν να ζουν σε ένα άχρονο παρόν και θα δουν την Ιστορία να αποκαλύπτεται εκεί που δεν το περιμένει κανείς και ο χρόνος χάνει το νόημά του.
Σύμφωνα με τον T. S. Eliot, όπως αναπαράγει ο Κουλιφέτης το απόσπασμα του ποιήματός του, Burnt Norton, του 1935:
«Χρόνος παρών και χρόνος παρελθών.
Ισως κι οι δύο παρόντες είναι εις χρόνο μέλλοντα.
Κι ο μέλλων χρόνος έγκλειστος εις χρόνο παρελθόντα.
Εάν ο χρόνος όλος είν’ αιωνίως παρών
Ολος ο χρόνος είναι αλύτρωτος»
Μέσα σ’ αυτόν τον αλύτρωτο χρόνο, ο Αλκης και ο Κωστής αναζητούν τη δική τους προσωπική λύτρωση αλλά χωρίς να κοπιάσουν. Αυταπατώνται πως εισβάλλοντας στο παρελθόν θα απαλλοτριώσουν τις αξίες του, θα τις αποσπάσουν στο παρόν και αναπλαισιωμένες θα τις εκμεταλλευτούν στο μέλλον. Αυτό όμως είναι παρωδία προσκυνήματος, είναι προσβολή. Και οι βέβηλοι που αγνοούν ή παραβλέπουν «τη ρευστότητα και τη βία των καιρών» θα τιμωρηθούν όπως τους αξίζει για να γίνουν ένα με την «βαρετή, χορταριασμένη επαρχία», εκεί που «ο χρόνος κι ο τόπος, η απάτη κι η αλήθεια μπλέκονται ανάμεσα σε αρχαίες πέτρες, κουράδια προβάτων και άσφαλτο παλιάς εθνικής».
