Σε κατάσταση επιφυλακής είναι οι τοπικές αρχές στο Μπέλφαστ στη Βόρεια Ιρλανδία, μετά τη νύχτα χάους που προηγήθηκε το βράδυ της Τρίτης, έπειτα από την αιματηρή επίθεση με μαχαίρι κατά 44χρονου, για την οποία συνελήφθη ένας Σουδανός που κατηγορείται για απόπειρα δολοφονίας. Το θύμα της επίθεσης έχασε το αριστερό του μάτι, ενώ έχει υποστεί ζημιά στο δεξί. Επιπλέον, έχει τραύματα στον λαιμό και την πλάτη του.
Σε κάθε περίπτωση, η επίθεση κατά του 44χρονου έδωσε την «ευκαιρία» στους ακροδεξιούς να προβούν σε έκτροπα κατά των μεταναστών: μασκοφόροι έκαψαν σπίτια οικογενειών και πυρπόλησαν πολλά οχήματα. Ακόμα και η οικογένεια του θύματος καταδίκασε τα επεισόδια, στέλνοντας ξεκάθαρο μήνυμα πως «δεν θέλουμε να εκμεταλλευτούν την τραγωδία για διχασμό».
Οι 27 άστεγοι και οι «βίαιοι, ρατσιστές κακοποιοί»
Χαρακτηριστική ήταν η αναφορά της υπουργού Ρουθ Άντερσον. Όπως τόνισε, 27 άνθρωποι έμειναν άστεγοι επειδή ορισμένοι από τους διαδηλωτές «πήγαν από πόρτα σε πόρτα προσπαθώντας να στοχοποιήσουν ξένους υπηκόους για να τους κάψουν έξω από τα σπίτια τους. Μπορώ μόνο να φανταστώ τον τρόμο. Ένα μωρό δύο μηνών είναι το νεαρότερο θύμα που έπρεπε να μετακινηθεί από το σπίτι του και δεν νομίζω ότι κάποιος από εμάς θα μπορέσει ποτέ να ξεχάσει την εικόνα ενός 9χρονου παιδιού και της οικογένειάς του που τοποθετήθηκαν στο πίσω μέρος ενός Land Rover για να διασωθούν από βίαιους, ρατσιστές κακοποιούς…»
«Ήταν τόσο τρομακτικό»
Για τέσσερις ώρες, δύο εργαζόμενες φροντίδας από την Ουγκάντα, η Σουμάγια Νακαζίμπε και η Στέλλα Αριοκότ, ήταν αποκλεισμένες στο σπίτι τους κοντά στην οδό Κράμλιν, βόρεια του Μπέλφαστ, καθώς οι φλόγες από τις φωτιές που έβαλαν ακροδεξιοί, έγλειφαν τους τοίχους των γειτονικών ιδιοκτησιών.
Οι δύο γυναίκες παρακολουθούσαν από το παράθυρό τους καθώς το πλήθος έκαιγε τα λάστιχα ενός λεωφορείου. «Και μετά μάζεψαν τους κάδους και άρχισαν να τους καίνε κι αυτούς», λέει η Νακαζίμπε. «Και μετά σκεφτήκαμε πως ίσως να μην κλιμακωθεί η κατάσταση».
Ωστόσο, μετά το πλήθος στράφηκε προς τον δικό τους δρόμο, όπου ζουν επίσης άνθρωποι από τη Ρουμανία και τη Νιγηρία, καθώς και βρετανικές και ιρλανδικές οικογένειες.
«Άρχισαν να καίνε, με βόμβες μολότοφ, τα αυτοκίνητα», είπε. «Έτσι, όταν άρχισε να βγαίνει καπνός, έφτανε κατευθείαν στα σπίτια μας. Έτσι καλέσαμε την αστυνομία, καλέσαμε την πυροσβεστική.»
Υπήρχαν τόσες πολλές πυρκαγιές σε όλη την πόλη που χρειάστηκαν περίπου 30 λεπτά για να φτάσει η πυροσβεστική.
«Ήταν τόσο, τόσο, τόσο τρομακτικό», είπε η Νακαζίμπε, καθώς οι γυναίκες παρακολουθούσαν τις φλόγες να πλήττουν τα κοντινά σπίτια. Οι υπηρεσίες έκτακτης ανάγκης τους είπαν ότι ήταν πολύ επικίνδυνο να προσπαθήσουν να φύγουν.
Κάποια στιγμή, η Νακαζίμπε κατέρρευσε από φόβο. «Όταν άρχισαν να πετάνε τις πέτρες στα παράθυρά μας, λιποθύμησε», είπε η Αριοκότ. «Έπρεπε να μείνω στη γραμμή μιλώντας στους ανθρώπους του ασθενοφόρου και μου έδιναν οδηγίες τι να κάνω, αλλά δόξα τω Θεώ συνήλθε».
Μόνο όταν ο πάστορας της εκκλησίας τους έφτασε στο σημείο και μίλησε με τους διαδηλωτές, μόνο τότε ήταν ασφαλές να φύγουν από το σπίτι τους…
