ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Μαρία Μαθιουδάκη
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ο Ιούνιος πάντα μου θύμιζε εκείνον τον τύπο που σου χρωστάει λεφτά αλλά μπαίνει στο σπίτι σου άνετος και χαμογελαστός. Ανοίγει πόρτες, παντζούρια, παράθυρα, ανεβάζει τα πόδια πάνω στο τραπεζάκι του σαλονιού και κάνει πως δεν ξέρει τίποτα.

Ερχεται με σαγιονάρες, αλάτι στους ώμους, καρπούζι κομμένο πρόχειρα, το ακουμπάει στον νεροχύτη και σου λέει: «Ελα, κάνε πως δεν θυμάσαι». Κι εμείς, πρόθυμοι πάντα σε τέτοιες προκλήσεις, ξεχνάμε. Τα καλοκαίρια, άλλωστε, είναι για να φτιάχνεις αναμνήσεις, όχι για να τις αναπολείς. Λογαριασμούς, ήττες, εξετάσεις, τα βάζουμε όλα μέσα σε μια αδιάβροχη τσάντα κάτω από την πετσέτα και κατεβαίνουμε προς τη θάλασσα, λες και πάμε να δώσουμε τον χειμώνα ενέχυρο. Κι ας ξέρουμε πως ο χειμώνας θα είναι πάντα πίσω και μπροστά μας. Κάθεται ήσυχος στο βάθος, σαν τον σοβαρό συγγενή στο οικογενειακό τραπέζι που περιμένει να τελειώσουν τα γέλια για να αρχίσει τις σοβαρές συζητήσεις που κρατάνε περισσότερο απ’ όσο αντέχεις.

Καθώς γράφω αυτές τις αράδες, θυμήθηκα έναν άνθρωπο που είχα γνωρίσει πριν από κάποια καλοκαίρια στο νησί μου. Δεν θυμάμαι το όνομά του. Ισως γιατί δεν μου το είπε ποτέ ή ίσως γιατί κάποια ονόματα είναι καταδικασμένα να ξεχαστούν πίσω από τις ιστορίες των ανθρώπων στους οποίους ανήκουν. Ηταν γύρω στα εβδομήντα. Φορούσε κάθε απόγευμα το ίδιο γαλάζιο πουκάμισο. Τόσο ξεθωριασμένο που έμοιαζε να το είχε δανειστεί από τον ουρανό. Καθόταν στο τελευταίο τραπέζι του μαγαζιού, όχι σε εκείνο με θέα τη θάλασσα, στο άλλο, το πιο τίμιο, που βλέπει τον δρόμο, τα μηχανάκια, τα παιδιά που τρέχουν με παγωτά που στάζουν στα χέρια τους. Κάθε μέρα παράγγελνε ένα ούζο με δυο ποτήρια. Το δεύτερο έμενε άδειο. Ο καφετζής δεν ρωτούσε. Υπάρχουν καφετζήδες που ξέρουν πολύ περισσότερα από ψυχολόγους και ας μιλάνε λιγότερο.

Μια φορά έτυχε να κάτσω στο διπλανό τραπέζι. Μου είπε πως ερχόταν εκεί με τη γυναίκα του σαράντα χρόνια. Κάθε καλοκαίρι. Πάντα στο ίδιο δωμάτιο. Πάντα με τον ίδιο καβγά την πρώτη μέρα, επειδή εκείνος ήθελε να ανοίγει τη βαλίτσα αμέσως κι εκείνη φώναζε: «Ασ’ τη λίγο. Να καταλάβουμε πρώτα πως φτάσαμε». Είχε πεθάνει τρία χρόνια πριν. Κι εκείνος συνέχισε να έρχεται. «Για να τη θυμάστε;» τον ρώτησα αφελώς. «Οχι», μου είπε. «Τη θυμάμαι και στο σούπερ μάρκετ. Εδώ έρχομαι για να την αφήνω λίγο ελεύθερη». Δεν κατάλαβα τότε. Ή έκανα πως δεν κατάλαβα, που είναι η πιο βολική μορφή άγνοιας. Σηκώθηκε, πλήρωσε και πριν φύγει έχυσε λίγο ούζο στο άδειο ποτήρι. Οχι πολύ. Μια γουλιά.

Αυτός είναι ο Ιούνιος. Ενα δεύτερο ποτήρι στο τραπέζι. Τα καινούργια μαγιό στις τσάντες, τα σώματα που έχουμε, όχι τα σώματα που θυμόμαστε. Τα σημάδια, τα κιλά, οι απώλειες, οι μικρές μας διαψεύσεις. Ο ήλιος που δεν ενδιαφέρεται να μας παρηγορήσει. Μόνο να ρίξει λίγο φως σε όσα προσπαθούμε να κρύψουμε. Κι αυτό, ακόμα κι αν είναι καμιά φορά σκληρότερο, τελικά γίνεται λυτρωτικό.

Αυτός ο μήνας, λοιπόν, ας μας βρει με αλάτι στα χείλη και μια μικρή γουλιά φωτός φυλαγμένη στο στόμα. Για όποιον λείπει. Για όποιον έρχεται. Για όσους επιμένουν να λένε «Βουτάμε ξανά;». Κι ας είναι ακόμη Ιούνιος.

*πολιτική επιστήμονας – τραγουδοποιός